|
Ακόμη και αυτό το ποσό,
όμως, δεν θεωρείται
πλήρως ρεαλιστικά
ανακτήσιμο. Σύμφωνα με
εκτιμήσεις του Γραφείου
Προϋπολογισμού της
Βουλής, το πραγματικά
εισπράξιμο φορολογικό
χρέος περιορίζεται
περίπου στα 27 δισ.
ευρώ, καθώς το υπόλοιπο
αφορά παλαιές οφειλές,
προσαυξήσεις και
πρόστιμα που έχουν
εξαιρετικά χαμηλή
πιθανότητα είσπραξης.
Περιορισμένη συμμετοχή
στις ρυθμίσεις
Από το συνολικό
ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο
των 79,25 δισ. ευρώ,
μόλις το 6,65% –περίπου
5,26 δισ. ευρώ–
βρίσκεται σήμερα σε
ενεργές ρυθμίσεις. Την
ίδια στιγμή, οι
συνολικοί οφειλέτες σε
εφορία και ασφαλιστικά
ταμεία φτάνουν τα 5,5
εκατομμύρια.
Η νέα ρύθμιση των 72
δόσεων απευθύνεται σε
περίπου 1,3 εκατ. φυσικά
πρόσωπα και 284.000
επιχειρήσεις, με
συνολικές οφειλές κοντά
στα 95 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, το κρίσιμο
ζήτημα παραμένει το κατά
πόσο αυτό το ποσό είναι
ουσιαστικά εισπράξιμο.
Το όριο της πραγματικής
εισπραξιμότητας
Με βάση τη διαθέσιμη
ανάλυση, η πραγματική
«δεξαμενή» οφειλών που
μπορούν να ανακτηθούν
εκτιμάται γύρω στα 27
δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει
ότι η επιτυχία της νέας
ρύθμισης εξαρτάται από
την ένταξη οφειλετών που
βρίσκονται εκτός
συστήματος για χρόνια,
είτε λόγω παύσης
δραστηριότητας,
πτώχευσης είτε λόγω
παλαιότητας των χρεών.
Ενδεικτικά, μεγάλες
ανενεργές οφειλές –όπως
αυτές της «Ακρόπολις
Χρηματιστηριακή», που
εμφανίζει χρέη περί τα
15 δισ. ευρώ–
καταγράφονται σταθερά
στα βιβλία του Δημοσίου
χωρίς αντίστοιχη
προοπτική ανάκτησης.
Η εμπειρία των
προηγούμενων ρυθμίσεων
Η ιστορική εμπειρία δεν
αφήνει μεγάλα περιθώρια
αισιοδοξίας. Στη ρύθμιση
των 120 δόσεων το 2019
εντάχθηκαν πάνω από
615.000 οφειλέτες με
συνολικά χρέη 5,8 δισ.
ευρώ.
Από αυτούς, μόλις
211.551 ρυθμίσεις
ολοκληρώθηκαν επιτυχώς,
αποφέροντας έσοδα άνω
του 1 δισ. ευρώ, ενώ
84.358 παραμένουν
ενεργές. Αντίθετα,
περισσότερες από 315.000
ρυθμίσεις χάθηκαν,
αφήνοντας ανείσπρακτα
χρέη περίπου 3,5 δισ.
ευρώ.
Η εικόνα αυτή ενισχύει
την άποψη ότι μεγάλο
μέρος των οφειλετών
μετακινείται διαρκώς από
ρύθμιση σε ρύθμιση,
χωρίς ουσιαστική
απομείωση του συνολικού
χρέους.
Δομικά προβλήματα και
όρια του μοντέλου
Πέρα από τα αριθμητικά
δεδομένα, αναδεικνύεται
και ένα διαρθρωτικό
ζήτημα: η αδυναμία
πλήρους χαρτογράφησης
των οφειλετών και
διαχωρισμού τους ανάλογα
με την πραγματική τους
δυνατότητα αποπληρωμής.
Παρά την πρόοδο στα
ψηφιακά εργαλεία της
φορολογικής διοίκησης,
δεν υπάρχει ακόμη
επαρκής διάκριση μεταξύ
οφειλετών που αδυνατούν
αντικειμενικά να
πληρώσουν και εκείνων
που συστηματικά
αξιοποιούν τις εκάστοτε
ρυθμίσεις.
Από τις οριζόντιες
ρυθμίσεις στα
εξατομικευμένα σχήματα
Υπό αυτό το πλαίσιο, η
νέα ρύθμιση των 72
δόσεων μοιάζει
περισσότερο με
προσπάθεια διεύρυνσης
της βάσης είσπραξης παρά
με δομική λύση στο
πρόβλημα των
ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Παράλληλα, επανέρχεται
στο προσκήνιο η ανάγκη
για πιο στοχευμένα
μοντέλα ρύθμισης, που θα
λαμβάνουν υπόψη
εισόδημα, περιουσιακή
κατάσταση και πραγματική
ικανότητα πληρωμής, αντί
για οριζόντιες λύσεις
που συχνά οδηγούν σε
νέες αθέτησης και
ανακύκλωση χρεών.
Σε αυτό το πλαίσιο,
αρκετοί αναλυτές
υποστηρίζουν ότι η
αποτελεσματική
αντιμετώπιση του
ιδιωτικού χρέους δεν
περνά από περισσότερες
ρυθμίσεις, αλλά από πιο
«ευφυή» και
εξατομικευμένα σχήματα
αποπληρωμής που
αποτρέπουν τη
συστηματική επανεμφάνιση
του ίδιου προβλήματος.
|