|
Η προειδοποίηση αποκτά
ιδιαίτερη σημασία καθώς
το γιεν επέστρεψε σε
καθοδική τροχιά έναντι
του δολαρίου, παρά τις
προσδοκίες ότι η Τράπεζα
της Ιαπωνίας ενδέχεται
να προχωρήσει σε νέα
αύξηση επιτοκίων.
Η σπάνια κοινή παρέμβαση
Ουάσιγκτον – Τόκιο
Η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ
προχώρησαν στις 31
Ιουλίου σε μια
εξαιρετικά σπάνια κοινή
παρέμβαση στις αγορές,
αγοράζοντας γιεν σε μια
προσπάθεια να
περιορίσουν την έντονη
υποχώρηση του
νομίσματος.
Η κίνηση
πραγματοποιήθηκε σε μια
περίοδο κατά την οποία η
πτώση του γιεν είχε
αρχίσει να συνδέεται και
με πιέσεις στην αγορά
ιαπωνικών κρατικών
ομολόγων, δημιουργώντας
ανησυχίες για πιθανές
επιπτώσεις πέρα από την
Ιαπωνία.
Το γιεν είχε
προηγουμένως υποχωρήσει
κοντά στα 164
γιεν ανά δολάριο,
στο χαμηλότερο επίπεδο
περίπου 40 ετών. Μετά
την παρέμβαση ανέκαμψε
προς τα 155,20, όμως στη
συνέχεια επέστρεψε κοντά
στην περιοχή των 160
γιεν ανά δολάριο.
Η εκ νέου προσέγγιση του
συγκεκριμένου επιπέδου
έχει ιδιαίτερη σημασία,
καθώς οι αγορές θεωρούν
ότι μια ισοτιμία κοντά ή
πάνω από τα 160 γιεν
αυξάνει την πιθανότητα
νέας παρέμβασης από τις
ιαπωνικές αρχές.
Γιατί ανησυχεί τόσο η
Ουάσιγκτον
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο
την αξία του ιαπωνικού
νομίσματος.
Το γιεν αποτελεί ένα από
τα σημαντικότερα
νομίσματα χρηματοδότησης
στις διεθνείς αγορές,
καθώς για χρόνια τα πολύ
χαμηλά ιαπωνικά επιτόκια
ενθάρρυναν επενδυτές να
δανείζονται σε γιεν και
να τοποθετούν τα
κεφάλαια σε περιουσιακά
στοιχεία με υψηλότερες
αποδόσεις.
Μια απότομη ανατίμηση
του γιεν θα μπορούσε να
ανατρέψει αυτή τη
στρατηγική.
Εάν οι επενδυτές
αναγκαστούν να κλείσουν
μαζικά θέσεις που είχαν
χρηματοδοτηθεί με γιεν,
θα μπορούσε να
δημιουργηθεί ένα
ντόμινο ρευστοποιήσεων
σε μετοχές, ομόλογα και
άλλα περιουσιακά
στοιχεία διεθνώς.
Αυτό ακριβώς είναι το
σενάριο των
«αναγκαστικών
εκκαθαρίσεων» που
φοβάται ο Μπέσεντ.
Το πρόβλημα γίνεται
ακόμη μεγαλύτερο εάν η
διαδικασία συμπέσει με
αυξημένη μεταβλητότητα
στις αγορές, καθώς οι
επενδυτές μπορεί να
αναγκαστούν να πουλήσουν
περιουσιακά στοιχεία όχι
επειδή άλλαξαν οι
θεμελιώδεις εκτιμήσεις
τους, αλλά επειδή πρέπει
να περιορίσουν τη
μόχλευση και να καλύψουν
ζημιές.
Το αμερικανικό Ταμείο
Σταθεροποίησης
Συναλλάγματος
Ο Μπέσεντ αποκάλυψε
επίσης περισσότερες
λεπτομέρειες για τον
τρόπο με τον οποίο
συμμετείχαν οι ΗΠΑ στην
παρέμβαση.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το
αμερικανικό υπουργείο
Οικονομικών
χρησιμοποίησε
περιουσιακά στοιχεία σε
ξένο νόμισμα που
βρίσκονται στο
Exchange
Stabilization
Fund
(ESF)
και τα αντάλλαξε με
γιεν.
Το ESF
αποτελεί ένα ειδικό
αποθεματικό που
διαχειρίζεται το
αμερικανικό υπουργείο
Οικονομικών και μπορεί
να χρησιμοποιηθεί για
παρεμβάσεις με στόχο τη
σταθεροποίηση των
συναλλαγματικών αγορών
και, υπό συγκεκριμένες
συνθήκες, την
αντιμετώπιση πιέσεων
στις χρηματοπιστωτικές
αγορές.
Ο Μπέσεντ υποστήριξε ότι
η αμερικανική παρέμβαση
δεν θα πρέπει να
αντιμετωπίζεται ως
ασυνήθιστη ή ως
προσπάθεια τεχνητής
διαμόρφωσης της
συναλλαγματικής
ισοτιμίας, αλλά ως
προληπτικό μέτρο
απέναντι σε έναν
ευρύτερο
χρηματοπιστωτικό
κίνδυνο.
Το προηγούμενο της
Αργεντινής
Για να υπερασπιστεί την
επιλογή της Ουάσιγκτον,
ο Αμερικανός υπουργός
Οικονομικών επικαλέστηκε
το προηγούμενο της
Αργεντινής.
Όπως ανέφερε, το ίδιο
εργαλείο χρησιμοποιήθηκε
όταν η κυβέρνηση των ΗΠΑ
παρενέβη για τη
σταθεροποίηση του
αργεντίνικου πέσο σε μια
περίοδο έντονης και
βραχυπρόθεσμης έλλειψης
ρευστότητας.
Το αμερικανικό υπουργείο
Οικονομικών είχε
χρησιμοποιήσει το
ESF
για να στηρίξει την
αγορά του πέσο και να
παράσχει swap
line
ύψους 20 δισ.
δολαρίων, με
στόχο να περιοριστούν οι
πιέσεις στο νόμισμα.
«Η καλύτερα
διαχειριζόμενη κρίση
είναι αυτή που δεν
συμβαίνει ποτέ», ήταν το
χαρακτηριστικό μήνυμα
του Μπέσεντ.
Με αυτή τη λογική, η
Ουάσιγκτον θεωρεί ότι η
παρέμβαση στην αγορά
γιεν δεν είχε ως βασικό
στόχο να επιβάλει μια
συγκεκριμένη ισοτιμία,
αλλά να αποτρέψει την
ανεξέλεγκτη επιδείνωση
των συνθηκών στις
αγορές.
Το μεγάλο στοίχημα για
το γιεν
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη
μεγαλύτερο ενδιαφέρον
επειδή η παρέμβαση δεν
φαίνεται να έχει αλλάξει
οριστικά την τάση του
νομίσματος.
Το γιεν ανέκαμψε αρχικά,
αλλά στη συνέχεια
επέστρεψε κοντά στα 160
ανά δολάριο. Αυτό
σημαίνει ότι οι
θεμελιώδεις δυνάμεις που
πιέζουν το ιαπωνικό
νόμισμα παραμένουν
ενεργές.
Στο επίκεντρο βρίσκεται
η πορεία των επιτοκίων
στην Ιαπωνία και στις
ΗΠΑ. Εάν η Τράπεζα της
Ιαπωνίας αυξήσει τα
επιτόκια, ενώ η
Fed
κινηθεί προς χαλάρωση
της νομισματικής
πολιτικής, η διαφορά
αποδόσεων μεταξύ των δύο
οικονομιών θα μπορούσε
να περιοριστεί,
προσφέροντας στήριξη στο
γιεν.
Εάν όμως η αμερικανική
οικονομία παραμείνει
ισχυρή και τα
αμερικανικά επιτόκια
διατηρηθούν σε υψηλά
επίπεδα, η πίεση στο
γιεν μπορεί να
συνεχιστεί.
Και εδώ βρίσκεται ο
μεγαλύτερος κίνδυνος για
τις αγορές: όχι
τόσο το επίπεδο των 160
γιεν ανά δολάριο, όσο
μια απότομη και βίαιη
αντιστροφή της κίνησης.
Μια τέτοια εξέλιξη θα
μπορούσε να αναγκάσει
επενδυτές με υψηλή
μόχλευση να κλείσουν
θέσεις, προκαλώντας
ταυτόχρονα πιέσεις σε
άλλες κατηγορίες
περιουσιακών στοιχείων.
Για αυτό και η
Ουάσιγκτον φαίνεται να
αντιμετωπίζει πλέον το
γιεν όχι μόνο ως ζήτημα
της ιαπωνικής
οικονομίας, αλλά ως
δυνητικό
παράγοντα μετάδοσης
αστάθειας στο παγκόσμιο
χρηματοπιστωτικό σύστημα.
|