|
Η
ισραηλινή εφημερίδα
Yedioth Aharonot
αναφέρει ότι το Τελ Αβίβ
αναμένει ουσιαστικά την
τελική απόφαση της
Ουάσινγκτον πριν
προχωρήσει σε επόμενες
κινήσεις.
Ο
Ισραηλινός αναλυτής για
θέματα Ιράν Danny
Citrinowicz εκτιμά ότι
οι διαφορές μεταξύ των
δύο πλευρών παραμένουν
εξαιρετικά βαθιές και
δύσκολα γεφυρώνονται.
Όπως σημειώνει, ο μόνος
ρεαλιστικός δρόμος για
πρόοδο θα ήταν μια πιο
ουσιαστική αμερικανική
εμπλοκή πάνω στις
βασικές απαιτήσεις της
ιρανικής πλευράς.
Το
Ιράν διαπραγματεύεται τη
διέλευση από το Ορμούζ
Την
ίδια ώρα, σύμφωνα με την
ιρανική κρατική
τηλεόραση, αρκετές
ευρωπαϊκές κυβερνήσεις
έχουν ξεκινήσει επαφές
με την Τεχεράνη για την
ασφαλή διέλευση πλοίων
από το Στενό του Ορμούζ.
Μετά από διαβουλεύσεις
που είχαν προηγηθεί με
ασιατικές χώρες όπως η
China, η Japan και το
Pakistan, η Τεχεράνη
φέρεται πλέον να
εξετάζει ανάλογες
ρυθμίσεις και με
ευρωπαϊκές πλευρές,
χωρίς ωστόσο να
κατονομάζονται
συγκεκριμένα κράτη.
Παράλληλα, αναφέρεται
ότι αρκετοί ιδιώτες
πλοιοκτήτες εμφανίζονται
διατεθειμένοι να
καταβάλουν τέλη
διέλευσης προκειμένου να
εξασφαλίσουν ασφαλή
ναυσιπλοΐα στην περιοχή.
Στο
πλαίσιο αυτό, δύο
ιταλικά ναρκαλιευτικά,
τα ITS Crotone και ITS
Rimini, αναμένονται στην
περιοχή για επιχειρήσεις
αποναρκοθέτησης.
Από
«γρήγορη νίκη» σε πόλεμο
φθοράς
Ευρωπαίοι διπλωμάτες
εκτιμούν ότι η σύγκρουση
έχει πλέον μετατραπεί σε
παρατεταμένο πόλεμο
φθοράς, αντί για μια
σύντομη στρατιωτική
επιχείρηση που αρχικά
πίστευαν ορισμένοι ότι
θα οδηγούσε σε γρήγορη
υποχώρηση της Τεχεράνης.
Το
Ιράν φαίνεται να
διατηρεί ενεργό μεγάλο
μέρος των πυραυλικών του
εγκαταστάσεων κατά μήκος
του Ορμούζ, ενώ οι
υπόγειες πυρηνικές
εγκαταστάσεις
εμπλουτισμού ουρανίου
παραμένουν
προστατευμένες και
δύσκολα προσβάσιμες.
Σύμφωνα με αναφορές που
αποδίδονται στη Central
Intelligence Agency, η
Τεχεράνη έχει
επανακτήσει τον έλεγχο
των περισσότερων
πυραυλικών βάσεων στην
περιοχή του Στενού,
αυξάνοντας τον κίνδυνο
για αμερικανικά πολεμικά
πλοία και δεξαμενόπλοια.
Οικονομικές πιέσεις στις
ΗΠΑ
Στο
εσωτερικό των United
States, οι οικονομικές
επιπτώσεις της κρίσης
γίνονται ολοένα πιο
αισθητές. Οι τιμές
καυσίμων έχουν αυξηθεί
σημαντικά, το κόστος
ζωής εντείνεται και η
κοινωνική δυσαρέσκεια
αρχίζει να επηρεάζει
ακόμη και τμήματα της
εκλογικής βάσης του
κινήματος Make America
Great Again.
Η
πίεση ενισχύεται καθώς
πλησιάζουν και οι
ενδιάμεσες εκλογές για
το Κογκρέσο.
Αμερικανοί αναλυτές
εκτιμούν ότι μια
συμβιβαστική λύση με το
Ιράν ίσως αποτελέσει
τελικά την πιο
ρεαλιστική επιλογή για
τον Τραμπ, ο οποίος θα
μπορούσε να την
παρουσιάσει πολιτικά ως
διπλωματική επιτυχία.
Αυξανόμενο οικονομικό
και στρατηγικό κόστος
Ο
γνωστός νεοσυντηρητικός
αναλυτής Robert Kagan
χαρακτήρισε την εξέλιξη
«ιστορική ήττα» για τις
Ηνωμένες Πολιτείες σε
άρθρο του στο The
Atlantic, υποστηρίζοντας
ότι ο έλεγχος του Ορμούζ
έχει πλέον μετατραπεί σε
ισχυρότερο γεωπολιτικό
εργαλείο ακόμη και από
το ίδιο το πυρηνικό
πρόγραμμα του Ιράν.
Από
οικονομικής πλευράς, ο
οικονομολόγος Justin
Wolfers σημειώνει στους
New York Times ότι το
πραγματικό κόστος της
κρίσης υπερβαίνει κατά
πολύ τις άμεσες
στρατιωτικές δαπάνες που
αναφέρει το United
States Department of
Defense.
Η
Goldman Sachs εκτιμά ότι
η ανάπτυξη της
αμερικανικής οικονομίας
θα επιβραδυνθεί κατά
περίπου 0,5 ποσοστιαίες
μονάδες, ενώ ο S&P 500
παραμένει σημαντικά
χαμηλότερα από τα
επίπεδα πριν από τη
σύγκρουση, με
τρισεκατομμύρια δολάρια
χρηματιστηριακής αξίας
να έχουν χαθεί.
Σύμφωνα με τις ίδιες
εκτιμήσεις, το συνολικό
οικονομικό κόστος
ενδέχεται να ανέλθει σε
εκατοντάδες
δισεκατομμύρια δολάρια,
την ώρα που η
αμερικανική κυβέρνηση
καλείται ήδη να
διαχειριστεί και τις
επιπτώσεις από
δικαστικές αποφάσεις που
αφορούν τους δασμούς και
τις αποζημιώσεις προς
επιχειρήσεις και
καταναλωτές.
|