|
Η μέτρηση του ΑΕΠ με
βάση την ισοδυναμία
αγοραστικής δύναμης
είναι ο σωστός τρόπος
για τη σύγκριση του
βιοτικού επιπέδου. Η
αξιολόγηση, όμως, της
οικονομικής ισχύος είναι
ένα διαφορετικό ζήτημα.
Ας εξετάσουμε
περιπτώσεις
εργαλειοποίησης της
οικονομικής
αλληλεξάρτησης, όπως οι
εμπορικές και
χρηματοπιστωτικές
κυρώσεις, η
διαπραγματευτική ισχύς
στις διεθνείς εμπορικές
συμφωνίες, η επιρροή σε
διεθνείς οργανισμούς ή η
δυνατότητα εγκατάστασης
μιας ναυτικής βάσης σε
ένα μικρό νησιωτικό
κράτος του Ειρηνικού. Σε
τέτοιες περιπτώσεις, δεν
είναι πιο σημαντικό το
τι μπορούν να αγοράσουν
τα δολάρια και τα γουάν
στη διεθνή αγορά από το
τι μπορούν να αγοράσουν
στο εσωτερικό των
αντίστοιχων οικονομιών;
Μπορεί να φαίνεται
τεχνική λεπτομέρεια,
αλλά αλλάζει ουσιαστικά
το συμπέρασμα. Ξεπέρασε
η Κίνα τις ΗΠΑ σε
οικονομικό μέγεθος το
2017, όπως προκύπτει από
τα στοιχεία με βάση την
ισοδυναμία αγοραστικής
δύναμης; Ή μήπως οι
Ηνωμένες Πολιτείες
παρέμεναν τότε πάνω από
50% μεγαλύτερες, όπως
υποδηλώνει η σύγκριση με
βάση τις συναλλαγματικές
ισοτιμίες; Προσωπικά,
υποστηρίζω το δεύτερο
συμπέρασμα, ενώ ο
Κρούγκμαν θεωρεί ότι
ισχύει το πρώτο, κάτι
που σημαίνει ότι η Κίνα
είναι πλέον η μεγαλύτερη
οικονομία στον κόσμο.
Παρά τις επανειλημμένες
διακηρύξεις ότι η Κίνα
έχει ξεπεράσει τις ΗΠΑ
σε οικονομικό μέγεθος,
πλέον φαίνεται πιθανό
ότι, εάν η σύγκριση
γίνει με βάση την
τρέχουσα συναλλαγματική
ισοτιμία, δεν θα
καταφέρει να τις
ξεπεράσει για πολλές
ακόμη δεκαετίες. Δεν
αποκλείεται να μη συμβεί
ποτέ, δεδομένης της
δημογραφικής συρρίκνωσης
και της επιβράδυνσης της
αύξησης της
παραγωγικότητάς της. Το
επιχείρημα αυτό γίνεται
ακόμη ισχυρότερο εάν
θεωρήσουμε ότι τα
επίσημα στοιχεία
οικονομικής ανάπτυξης
της Κίνας είναι
υπερτιμημένα.
Η σύγκριση μεταξύ ΗΠΑ
και ΕΕ δεν έχει την ίδια
γεωπολιτική βαρύτητα,
ωστόσο ο Κρούγκμαν τη
θεωρεί σημαντική για να
αξιολογήσει εάν η αύξηση
της παραγωγικότητας στις
Ηνωμένες Πολιτείες έχει
ξεπεράσει εκείνη της
Ευρώπης, όπως πιστεύουν
πολλοί. Με βάση τους
συμβατικούς δείκτες, η
παραγωγικότητα έχει
αυξηθεί πολύ περισσότερο
στις ΗΠΑ από ό,τι στην
ΕΕ από το 2000. Πολλοί
ερμηνεύουν αυτή τη
διαφορά ως ένδειξη ότι
το ισχυρότερο δίχτυ
κοινωνικής προστασίας
και οι περισσότερες
ρυθμίσεις στην Ευρώπη,
σε συνδυασμό με την
αδυναμία της να
ανταγωνιστεί στην
τεχνολογική αιχμή, έχουν
περιορίσει την
οικονομική της ανάπτυξη.
Το συμπέρασμα αλλάζει
όταν η σύγκριση γίνεται
με βάση την ισοδυναμία
αγοραστικής δύναμης αντί
των ονομαστικών
συναλλαγματικών
ισοτιμιών.
Προσαρμόζοντας τα
στοιχεία με βάση την
PPP,
ο Κρούγκμαν διαπιστώνει
ότι οι επιδόσεις της ΕΕ
στον τομέα της
παραγωγικότητας είναι
πολύ καλύτερες από όσο
φαίνεται αρχικά. Με
αυτόν τον τρόπο
αμφισβητείται το
συμπέρασμα ότι οι ΗΠΑ
προσφέρουν ένα ανώτερο
οικονομικό μοντέλο. Για
να υποστηρίξει την
υπεροχή της σύγκρισης με
βάση την αγοραστική
δύναμη, ο Κρούγκμαν
επικαλείται τη
μεταβλητότητα των
ονομαστικών
συναλλαγματικών
ισοτιμιών: «Θα μπορούσε
κανείς να ρωτήσει γιατί
να μη χρησιμοποιούμε
απλώς τις τιμές σε
δολάρια. Η απάντηση
είναι κυρίως η
αστάθεια... Επομένως, θα
χρησιμοποιούσε κανείς
κάτι σαν την ισοδυναμία
αγοραστικής δύναμης για
να εξομαλύνει τις
διακυμάνσεις». Υπάρχει
κάποια αλήθεια σε αυτό
το επιχείρημα, αλλά
αντίστοιχη κριτική
μπορεί να ασκηθεί και
στην κατάταξη των χωρών
με βάση την αγοραστική
δύναμη.
Το Διεθνές Πρόγραμμα
Συγκρίσεων (ICP)
της Παγκόσμιας Τράπεζας
συλλέγει στοιχεία τιμών
για καλάθια αγαθών,
προκειμένου να
υπολογίσει τις ισοτιμίες
αγοραστικής δύναμης. Οι
σχετικές έρευνες
πραγματοποιούνται ανά
αρκετά χρόνια, συνήθως
με χρονική υστέρηση
τριών ετών. Προηγούμενες
έρευνες παρήγαγαν
στοιχεία αναφοράς για τα
έτη 1993, 2005, 2011 και
2017. Στα ενδιάμεσα
διαστήματα, η Παγκόσμια
Τράπεζα δημοσιεύει
ετήσιες εκτιμήσεις, οι
οποίες προκύπτουν από
την προσαρμογή των
στοιχείων αναφοράς με
βάση τα επίσημα
στατιστικά στοιχεία για
το ΑΕΠ των κυβερνήσεων.
Η πιο πρόσφατη έρευνα
αναφοράς αφορά το 2021,
ενώ το ICP
έχει επεκτείνει τις
ετήσιες εκτιμήσεις έως
το 2023.
Η Κίνα κατέγραψε
ταχύτατη ανάπτυξη στις
αρχές του αιώνα. Ωστόσο,
η εκτίμηση του ΑΕΠ της
για το 2005, με βάση την
αγοραστική δύναμη και
όπως είχε
αναπροσαρμοστεί επισήμως
τα επόμενα έξι χρόνια
μέσω των εθνικών
στατιστικών στοιχείων,
υπέστη μια δυσάρεστη
ανατροπή όταν η επόμενη
έρευνα, το 2011, οδήγησε
σε αναθεώρηση προς τα
κάτω κατά 40%.
Στη συνέχεια, οι
εκτιμήσεις που
βασίζονταν στα στοιχεία
αναφοράς του 2011
αναθεωρήθηκαν προς τα
πάνω κατά 21% από την
πρώτη δημοσίευσή τους
έως την επόμενη έρευνα
του 2017. Ακολούθησε νέα
αναθεώρηση προς τα κάτω
κατά 16% για τα στοιχεία
που βασίζονταν στην
έρευνα του 2017. Τέλος,
τα στοιχεία αναφοράς του
2021 αναθεωρήθηκαν εκ
νέου προς τα πάνω κατά
5%. Οι αναθεωρήσεις
αυτές είναι σημαντικά
μεγαλύτερες από τις
ετήσιες διακυμάνσεις της
ονομαστικής
συναλλαγματικής
ισοτιμίας ή των
συγκρίσεων ΑΕΠ που
βασίζονται σε αυτήν.
Ακόμη χειρότερα,
αναθεωρούνται κατά
καιρούς και τα ίδια τα
αρχικά στοιχεία
αναφοράς. Η ισοτιμία
αγοραστικής δύναμης της
Κίνας για το 2005 είχε
αρχικά δημοσιευθεί στα
3,45 γουάν ανά δολάριο.
Όταν δημοσιεύθηκαν τα
στοιχεία του ICP
για το 2011, η εκτίμηση
αναθεωρήθηκε στα 2,86
γουάν, αυξάνοντας κατά
20,5% το ΑΕΠ της Κίνας
για το 2005 σε όρους
αγοραστικής δύναμης. Με
βάση τα σημερινά
στοιχεία, η αντίστοιχη
εκτίμηση βρίσκεται πλέον
21,8% πάνω από την
αρχική.
Οι εκτιμήσεις του
ICP
για άλλες αναδυόμενες
οικονομίες έχουν
παρουσιάσει ανάλογη
μεταβλητότητα. Το ΑΕΠ
της Ταϊλάνδης σε όρους
αγοραστικής δύναμης,
σύμφωνα με τα στοιχεία
του ICP,
αναθεωρήθηκε προς τα
κάτω κατά 20% το 2011,
προς τα πάνω κατά 43% το
2017 και εκ νέου προς τα
κάτω κατά 3% το 2021. Οι
αναθεωρήσεις για τις
ανεπτυγμένες οικονομίες
ήταν πιο συγκρατημένες.
Ειδικά για τα κράτη-μέλη
της ΕΕ, η
Eurostat
και ο ΟΟΣΑ
πραγματοποιούν πλέον
νέες έρευνες κάθε τρία
χρόνια, με αποτέλεσμα οι
αναθεωρήσεις να είναι
μικρότερες.
Επομένως, όταν
συγκρίνουμε τα ΑΕΠ
διαφορετικών χωρών, η
μεταβλητότητα των
συναλλαγματικών
ισοτιμιών δεν αποτελεί
επαρκή λόγο για να
εγκαταλείψουμε τα
σχετικά στοιχεία και να
στραφούμε στα δεδομένα
αγοραστικής δύναμης του
ICP,
τα οποία υπόκεινται σε
ακόμη μεγαλύτερες
διακυμάνσεις. Αυτό
αποδυναμώνει το
επιχείρημα ότι η αύξηση
της παραγωγικότητας
είναι υψηλότερη στην ΕΕ
από ό,τι στις ΗΠΑ και
υποδηλώνει ότι οι
Ηνωμένες Πολιτείες
εξακολουθούν να
διαθέτουν σαφώς
μεγαλύτερη οικονομική
ισχύ από την Κίνα. Ακόμη
και οι σοβαρές πολιτικές
αστοχίες της κυβέρνησης
Τραμπ δεν έχουν
καταφέρει μέχρι στιγμής
να εξαλείψουν τα
διαχρονικά συγκριτικά
πλεονεκτήματα των ΗΠΑ.
Ο Τζέφρι Φράνκελ είναι
καθηγητής Σχηματισμού
Κεφαλαίου και Ανάπτυξης
στο Πανεπιστήμιο
Χάρβαρντ και διετέλεσε
μέλος του Συμβουλίου
Οικονομικών Συμβούλων
του προέδρου Μπιλ
Κλίντον. Είναι επίσης
ερευνητικός συνεργάτης
του Εθνικού Γραφείου
Οικονομικών Ερευνών των
ΗΠΑ (NBER).
Πηγή: Project Syndicate
|