|
Από
τα μικροδευτερόλεπτα
στην υπολογιστική ισχύ
Για χρόνια, οι εταιρείες
HFT
ανταγωνίζονταν κυρίως
στην ταχύτητα: όσο
ταχύτερα μπορούσαν να
επεξεργαστούν δεδομένα
αγοράς και να εκτελέσουν
εντολές, τόσο μεγαλύτερο
ήταν το δυνητικό
πλεονέκτημά τους.
Η εξάπλωση της τεχνητής
νοημοσύνης προσθέτει μια
νέα διάσταση σε αυτόν
τον ανταγωνισμό. Η
εκπαίδευση και η
λειτουργία μοντέλων
μηχανικής μάθησης
απαιτούν μεγάλες
υπολογιστικές
δυνατότητες, πρόσβαση σε
εξειδικευμένους
επεξεργαστές και
υποδομές που μπορούν να
υποστηρίξουν ολοένα πιο
σύνθετες αναλύσεις.
Η μετατόπιση αυτή οδηγεί
τις εταιρείες σε έναν
νέο κύκλο επενδύσεων, με
ορίζοντα που σε αρκετές
περιπτώσεις ξεπερνά τη
δεκαετία.
Ο Jan
Boomaars,
διευθύνων σύμβουλος της
ολλανδικής
Optiver,
περιέγραψε τη διαφορά σε
σχέση με το παρελθόν,
σημειώνοντας ότι οι
κεφαλαιουχικές δαπάνες
της εταιρείας έχουν
αλλάξει ουσιαστικά. Όπως
ανέφερε, πρόκειται για
έναν επενδυτικό κύκλο
που αναμένεται να
διαρκέσει περισσότερο
από δέκα χρόνια.
Data
centers
σε ορυχεία και
επενδύσεις
δισεκατομμυρίων
Η Hudson
River
Trading
χρησιμοποιεί πλέον
πολλαπλές εγκαταστάσεις
data
centers,
μεταξύ των οποίων και το
Lefdal
Mine
Data
Center
στη δυτική Νορβηγία, το
οποίο στεγάζεται σε
πρώην ορυχείο ολιβίνη.
Ο Iain
Dunning,
επικεφαλής AI
της εταιρείας, ανέφερε
ότι πριν από περίπου
δέκα χρόνια η
Hudson
River
χρειαζόταν μόλις μία ή
δύο εγκαταστάσεις.
Σήμερα, οι υπολογιστικές
ανάγκες της έχουν
αυξηθεί σημαντικά,
καθιστώντας αναγκαία τη
χρήση περισσότερων
κέντρων δεδομένων.
Αντίστοιχα, η XTX
Markets
έχει κατασκευάσει νέο
data
center
στην πόλη Kajaani
της Φινλανδίας, με
επένδυση περίπου 1 δισ.
ευρώ, ή 1,1 δισ.
δολαρίων. Η εγκατάσταση
αναμένεται να τεθεί σε
λειτουργία έως το τέλος
του 2026, ενώ ένα
δεύτερο κέντρο δεδομένων
στην ίδια περιοχή
προγραμματίζεται να
ξεκινήσει τη λειτουργία
του το 2027.
Η Jane
Street
διαθέτει δικό της
data
center
στο Τέξας, το οποίο
φιλοξενεί περισσότερες
από 4.000 μονάδες
επεξεργασίας γραφικών (GPUs)
της Nvidia,
κατανεμημένες σε 56
racks
διακομιστών. Παράλληλα,
εξετάζει την κατασκευή
δεύτερης εγκατάστασης.
Οι ετήσιες δαπάνες της
Jane
Street
για την τεχνητή
νοημοσύνη ανέρχονται σε
περίπου 1 δισ. δολάρια
και, σύμφωνα με τις
διαθέσιμες εκτιμήσεις,
συνεχίζουν να
αυξάνονται.
Jane
Street
και CoreWeave:
Συμφωνίες πολλών
δισεκατομμυρίων
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική
είναι η περίπτωση της
Jane
Street,
η οποία έχει ενισχύσει
σημαντικά τη σχέση της
με την CoreWeave,
εταιρεία που παρέχει
υπολογιστική υποδομή για
εφαρμογές τεχνητής
νοημοσύνης.
Η Jane
Street
απέκτησε νωρίτερα μέσα
στο έτος μετοχική
συμμετοχή στην
CoreWeave,
επενδύοντας 1 δισ.
δολάρια, ενώ δεσμεύτηκε
να δαπανήσει 6 δισ.
δολάρια για την
εξασφάλιση υπολογιστικής
ισχύος από την εταιρεία.
Παράλληλα, υπέγραψε
συμφωνία ύψους 13 δισ.
δολαρίων με την εταιρεία
data
centers
Crusoe.
Η Hudson
River
Trading,
από την πλευρά της,
υπέγραψε πολυετή
συμφωνία με την
CoreWeave
τον Αύγουστο και είχε
ήδη συνάψει συμφωνία τον
Μάιο για τη μίσθωση
επεξεργαστών της
Nvidia
από τη Lambda.
Οι κινήσεις αυτές
δείχνουν ότι οι
εταιρείες HFT
δεν αρκούνται πλέον στην
αγορά εξοπλισμού όταν
τον χρειάζονται.
Δεσμεύουν κεφάλαια και
υπογράφουν μακροχρόνιες
συμβάσεις, προκειμένου
να εξασφαλίσουν πρόσβαση
σε υποδομές που
ενδέχεται να βρίσκονται
σε περιορισμένη
προσφορά.
Η CoreWeave
αποτελεί χαρακτηριστικό
παράδειγμα του νέου
επιχειρηματικού
μοντέλου, καθώς η
ανάπτυξή της συνδέεται
άμεσα με τη ζήτηση για
εξειδικευμένη
υπολογιστική ισχύ. Οι
συμφωνίες με μεγάλους
χρηματοοικονομικούς
ομίλους εξασφαλίζουν
σημαντικές δεσμεύσεις
δαπανών για υποδομές,
αλλά ταυτόχρονα αυξάνουν
τη σημασία της έγκαιρης
υλοποίησης των
επενδύσεων και της
διαθεσιμότητας
προηγμένων τσιπ.
Η Citadel
Securities
ποντάρει στα τσιπ της
Google
Η Citadel
Securities
ακολουθεί διαφορετική
στρατηγική,
συνεργαζόμενη με
μεγάλους παρόχους
cloud,
όπως η Amazon
Web
Services
και η Microsoft
Azure,
με ιδιαίτερη έμφαση στη
συνεργασία της με την
Google
της Alphabet.
Η εταιρεία χρησιμοποιεί
τους εξειδικευμένους
επεξεργαστές τεχνητής
νοημοσύνης TPU
της Google,
υποστηρίζοντας ότι σε
ορισμένα υπολογιστικά
φορτία μπορούν να
προσφέρουν έως και
τετραπλάσια ταχύτητα σε
σχέση με τις GPUs,
με περίπου 30%
χαμηλότερο κόστος.
«Η συνεργασία με τους
μεγάλους παρόχους
cloud
μάς επιτρέπει να
κλιμακώνουμε γρήγορα την
έρευνα και την
υπολογιστική ισχύ, να
έχουμε πρόσβαση σε
κορυφαίες υποδομές
AI
και σε TPU,
καθώς και να
συνεργαζόμαστε με
μηχανικούς υψηλού
επιπέδου», δήλωσε ο
Jim
Esposito,
πρόεδρος της
Citadel
Securities,
σε πρόσφατο συνέδριο της
Barclays.
Η προσέγγιση αυτή
αναδεικνύει ότι η μάχη
για την AI
δεν αφορά αποκλειστικά
την κατοχή μεγάλων
αριθμών GPUs.
Η επιλογή του κατάλληλου
υλικού και η δυνατότητα
εκτέλεσης συγκεκριμένων
εργασιών με χαμηλότερο
κόστος μπορούν να
προσφέρουν εξίσου
σημαντικό ανταγωνιστικό
πλεονέκτημα.
Νέα γενιά AI
chips
προσελκύει τους
market
makers
Οι εταιρείες
αλγοριθμικών συναλλαγών
επενδύουν παράλληλα σε
νεοφυείς επιχειρήσεις
που αναπτύσσουν
εξειδικευμένα τσιπ για
εφαρμογές τεχνητής
νοημοσύνης.
Τον Αύγουστο, η
Jane
Street
ηγήθηκε επενδυτικού
γύρου για την
Etched,
η οποία αποτιμήθηκε στα
21 δισ. δολάρια. Η
συγκεκριμένη αποτίμηση
ήταν υπερτετραπλάσια από
εκείνη που είχε
καταγραφεί εννέα μήνες
νωρίτερα.
Η Jump
Trading
και η Hudson
River
Trading
δοκιμάζουν επίσης τα
τσιπ της Etched
και έχουν επενδύσει στην
εταιρεία.
Αντίστοιχη πορεία
ακολουθεί η
Positron,
μια ακόμη εταιρεία
ανάπτυξης επεξεργαστών
AI,
η οποία εξασφάλισε
πρόσφατα χρηματοδότηση
με αποτίμηση σχεδόν
πενταπλάσια από εκείνη
που είχε επτά μήνες
νωρίτερα. Η Jump
Trading
συμμετέχει στη
χρηματοδότησή της και
δοκιμάζει τα προϊόντα
της.
Οι επενδύσεις αυτές
προσφέρουν στις
εταιρείες HFT
τη δυνατότητα να
αποκτήσουν πρώιμη
πρόσβαση σε εναλλακτικές
τεχνολογίες,
περιορίζοντας
ενδεχομένως την εξάρτησή
τους από έναν
περιορισμένο αριθμό
προμηθευτών.
Optiver,
Susquehanna
και Tower
ενισχύουν τις υποδομές
τους
Η Optiver
σχεδιάζει κεφαλαιουχικές
δαπάνες δισεκατομμυρίων
δολαρίων τα επόμενα
χρόνια και λειτουργεί
ήδη data
centers
στις ΗΠΑ. Παράλληλα,
εξετάζει την επέκταση
του μοντέλου της στην
Ευρώπη και την Ασία.
Η Susquehanna
International
Group
βρίσκεται σε συζητήσεις
για την εξασφάλιση
πρόσθετου χώρου σε
data
centers
στο Τέξας, ώστε να
συμπληρώσει τις
εγκαταστάσεις που
χρησιμοποιεί ήδη στο
Ιλινόι και την
Πενσιλβάνια. Επιπλέον,
επενδύει σε νεοφυή
επιχείρηση με έδρα το
Όρεγκον, η οποία
αναπτύσσει πλωτά κέντρα
δεδομένων που θα
τροφοδοτούνται από την
ενέργεια των κυμάτων.
Η Tower
Research
Capital
έχει κατασκευάσει και
λειτουργεί δικό της
data
center,
σε τοποθεσία που δεν
έχει δημοσιοποιηθεί. Ο
John
Cogman,
επικεφαλής επενδύσεων
της εταιρείας, σημείωσε
ότι μέσα στους
τελευταίους δώδεκα μήνες
έχει αυξηθεί σημαντικά η
κλίμακα των
υπολογιστικών πόρων που
χρειάζονται οι ποσοτικοί
αναλυτές της.
Παράλληλα, η
Hudson
River
Trading
έχει επενδύσει στην
Gray
Swan,
εταιρεία που
δραστηριοποιείται στην
ασφάλεια συστημάτων
τεχνητής νοημοσύνης, με
στόχο την προστασία των
δικτύων της.
Η Jump
Trading
έχει επίσης
χρηματοδοτήσει τις
Flapping
Airplanes
και Sooth
Labs,
δύο ερευνητικά
εργαστήρια που
αναπτύσσουν μοντέλα
AI
για την αντιμετώπιση της
έλλειψης δεδομένων και
τη βελτίωση των
μακροπρόθεσμων
προβλέψεων.
Ένας νέος κύκλος
επενδύσεων για τις
χρηματοοικονομικές
αγορές
Η στροφή των εταιρειών
υψηλής συχνότητας
συναλλαγών προς την
τεχνητή νοημοσύνη
δείχνει ότι η
υπολογιστική ισχύς
μετατρέπεται σε κρίσιμο
παραγωγικό συντελεστή
για τον
χρηματοοικονομικό κλάδο.
Οι επενδύσεις δεν
περιορίζονται πλέον στην
αναβάθμιση των
συστημάτων εκτέλεσης
συναλλαγών.
Επεκτείνονται σε
data
centers,
εξειδικευμένα τσιπ,
cloud
υποδομές και έρευνα,
δημιουργώντας ένα
ευρύτερο οικοσύστημα
γύρω από την AI.
Για τις εταιρείες
HFT,
η εξασφάλιση επαρκούς
υπολογιστικής ισχύος
μπορεί να ενισχύσει την
ικανότητά τους να
αναλύουν τεράστιους
όγκους δεδομένων, να
αναπτύσσουν πιο σύνθετα
μοντέλα και να
προσαρμόζουν ταχύτερα
τις στρατηγικές τους
στις συνθήκες της
αγοράς.
Ταυτόχρονα, οι
δεσμεύσεις πολλών
δισεκατομμυρίων
δημιουργούν νέους
κινδύνους: υψηλότερες
κεφαλαιουχικές ανάγκες,
εξάρτηση από την
επάρκεια τσιπ και
εγκαταστάσεων, αλλά και
ανάγκη να αποδώσουν οι
επενδύσεις σε βάθος
χρόνου.
Η τεχνητή νοημοσύνη
αλλάζει, επομένως, όχι
μόνο τον τρόπο με τον
οποίο λειτουργούν οι
χρηματοοικονομικές
αγορές, αλλά και το
είδος των υποδομών που
χρειάζονται οι εταιρείες
για να διατηρήσουν το
ανταγωνιστικό τους
πλεονέκτημα.
Στον νέο αυτό κύκλο, η
ταχύτητα εξακολουθεί να
έχει σημασία. Δεν αρκεί,
όμως, από μόνη της. Η
πρόσβαση σε υπολογιστική
ισχύ, η ποιότητα των
μοντέλων και η
δυνατότητα ανάπτυξης και
λειτουργίας τους σε
μεγάλη κλίμακα
αναδεικνύονται σε εξίσου
καθοριστικούς
παράγοντες.
Πηγή: Financial Times
|