|
«Η διαφοροποίηση αφορά
τελικά τον συνδυασμό
επενδύσεων που αντιδρούν
διαφορετικά στις
οικονομικές και
χρηματιστηριακές
συνθήκες, και η Κίνα
αξιολογείται ολοένα και
περισσότερο υπό αυτό το
πρίσμα», πρόσθεσε.
Από την έναρξη της
σύγκρουσης στη Μέση
Ανατολή στα τέλη
Φεβρουαρίου, η κινεζική
αγορά ομολόγων ήταν η
ισχυρότερη παγκοσμίως,
ενώ το γουάν αποτελεί το
μοναδικό μεγάλο νόμισμα
που έχει ενισχυθεί
έναντι του δολαρίου.
Η άνοδος του κινεζικού
νομίσματος βοήθησε τις
μετοχές μεγάλης
κεφαλαιοποίησης της
ηπειρωτικής Κίνας
(δείκτης CSI300)
να καταγράψουν σχεδόν
11% άνοδο σε όρους
δολαρίου κατά το πρώτο
εξάμηνο του έτους.
Η επίδοση αυτή υστέρησε
έναντι της περίπου 13%
ανόδου του S&P
500 και της εντυπωσιακής
αύξησης κατά 110% σε
δολαριακούς όρους του
κορεατικού KOSPI,
ωστόσο επιτεύχθηκε χωρίς
την ίδια εξάρτηση από
τον ενθουσιασμό γύρω από
την τεχνητή νοημοσύνη ή
την ευαισθησία στις
κινήσεις των
αμερικανικών επιτοκίων
που χαρακτηρίζει άλλες
αγορές.
«Αυτό σημαίνει ότι όταν
κατανέμουμε κεφάλαια σε
κινεζικά assets
και τα αξιολογούμε, η
απόφαση δεν καθορίζεται
πλέον από τις
βραχυπρόθεσμες
αποτιμήσεις, το
επενδυτικό συναίσθημα ή
τις μεταβολές των
επιτοκίων της Fed»,
δήλωσε ο Liu
Gongrun,
εκτελεστικός αναπληρωτής
διευθυντής του
CEIBS
Lujiazui
International
Institute
of
Finance,
ενός ερευνητικού
οργανισμού με έδρα τη
Σαγκάη.
Αποσύνδεση
από τους παραδοσιακούς
παράγοντες των αγορών
Η σχετική «ανοσία» της
Κίνας στις παγκόσμιες
χρηματιστηριακές
δυνάμεις αντανακλά μια
οικονομία που δεν
ακολουθεί πλέον τους
ίδιους πληθωριστικούς
κύκλους με τον υπόλοιπο
κόσμο, καθώς και μια
χρηματιστηριακή αγορά
όπου κυριαρχούν οι
εγχώριοι ιδιώτες
επενδυτές, οι οποίοι
έχουν διαφορετικές
προτεραιότητες από τους
διεθνείς θεσμικούς
διαχειριστές κεφαλαίων.
Οι ρυθμιστικές αρχές, οι
κρατικές τράπεζες και οι
επενδυτές που συνδέονται
με το κράτος έχουν
επίσης ενισχύσει την
προσπάθεια προώθησης της
σταθερότητας ως βασικού
στόχου πολιτικής, κάτι
που έχει στηρίξει την
ισχυρή πορεία του γουάν,
σύμφωνα με αναλυτές.
Το κινεζικό νόμισμα έχει
ενισχυθεί κατά 5,4%
έναντι του δολαρίου τους
τελευταίους 12 μήνες,
παρά τη γενικότερη ισχύ
του αμερικανικού
νομίσματος και τις
εξαιρετικά χαμηλές
αποδόσεις των κινεζικών
ομολόγων. Η κίνηση αυτή
αντανακλά τη δύναμη των
εξαγωγών αλλά και την
προσπάθεια των αρχών να
επιτρέψουν μια αργή και
σταθερή ανατίμηση.
Το γουάν αναμένεται να
ενισχυθεί περαιτέρω,
καθώς διεθνείς τράπεζες
αναθεωρούν ανοδικά τις
προβλέψεις τους για το
τέλος του έτους, μετά το
υψηλό 3,5 ετών του
Ιουνίου στα 6,7522 γουάν
ανά δολάριο.
«Η ισχύς του γουάν είναι
κάπως αποσυνδεδεμένη από
τους παραδοσιακούς
μακροπρόθεσμους
παράγοντες, όπως η
πορεία της οικονομίας»,
δήλωσε ο Kelvin
Lam,
ανώτερος οικονομολόγος
της Pantheon
Macroeconomics.
«Αντίθετα, καθοδηγείται
από την πολιτική — από
την πρόθεση των αρχών να
προβάλουν σταθερότητα
στο νόμισμα σε μια
περίοδο παγκόσμιας
αναταραχής», πρόσθεσε.
Επιστροφή των
ξένων επενδυτών
Ακολουθώντας την ίδια
τάση, οι διεθνείς
διαχειριστές κεφαλαίων
έχουν αρχίσει ξανά να
αγοράζουν κινεζικές
μετοχές και ομόλογα, σε
μια σημαντική αλλαγή
στάσης απέναντι σε μια
αγορά που πριν από λίγα
χρόνια πολλοί
χαρακτήριζαν «μη
επενδύσιμη».
«Υπήρξε ανανεωμένη
ζήτηση για κινεζικά
ομόλογα, η οποία
πιστεύουμε ότι οφείλεται
στη σχετική ασφάλεια και
τη χαμηλή
μεταβλητότητα», δήλωσε ο
Wee
Khoon
Chong,
στρατηγικός αναλυτής
μακροοικονομίας για την
περιοχή Ασίας-Ειρηνικού
στην BNY
Mellon.
Οι αποδόσεις των
κινεζικών 10ετών
κρατικών ομολόγων — οι
οποίες κινούνται
αντίστροφα από τις τιμές
— έχουν υποχωρήσει
σχεδόν κατά 10 μονάδες
βάσης, στο 1,73%, από
την έναρξη του πολέμου
στο Ιράν. Την ίδια
περίοδο, οι αποδόσεις
των αμερικανικών 10ετών
ομολόγων αυξήθηκαν κατά
51 μονάδες βάσης.
Η αγορά ομολόγων
κατέγραψε καθαρές
εισροές ξένων κεφαλαίων
για πρώτη φορά σε
περισσότερο από έναν
χρόνο τον Μάιο, τον
τελευταίο μήνα για τον
οποίο υπάρχουν διαθέσιμα
στοιχεία.
Παράλληλα, οι ξένες
συμμετοχές στις εγχώριες
μετοχές τύπου Α (A-shares)
αυξήθηκαν από 3,67 τρισ.
γουάν (541 δισ. δολάρια)
στο τέλος του περασμένου
έτους σε πάνω από 4
τρισ. γουάν, σύμφωνα με
τον Liu
Haoling,
αντιπρόεδρο της
κινεζικής εποπτικής
αρχής κεφαλαιαγορών.
Η Κίνα, ωστόσο, έχει
σταματήσει από το 2024
να δημοσιεύει τακτικά
στοιχεία για τις ροές
ξένων κεφαλαίων στις
μετοχές.
Οι
επιφυλάξεις παραμένουν
Παρά την αυξανόμενη
αισιοδοξία, αρκετοί
επενδυτές εξακολουθούν
να διατηρούν
επιφυλάξεις.
Η Manulife
Investment
Management
έχει ουδέτερη έως
υποεπενδεδυμένη στάση
απέναντι στις κινεζικές
μετοχές σε ορισμένες
στρατηγικές της, καθώς
θεωρεί ότι στερούνται
την αύξηση κερδών που
εμφανίζουν αγορές όπως η
Νότια Κορέα και η
Ταϊβάν, σύμφωνα με τον
Matthew
Miskin,
συνδιευθυντή επενδυτικής
στρατηγικής.
Άλλοι επενδυτές
αποθαρρύνονται από την
αδύναμη κατανάλωση στην
Κίνα και τη μακροχρόνια
κρίση στην αγορά
ακινήτων.
«Δεν τη θεωρούμε
επένδυση ασφαλούς
καταφυγίου», δήλωσε ο
Tom
Graff,
επικεφαλής επενδύσεων
της Facet.
«Θέλουμε πράγματι να
βρούμε assets
που έχουν μικρότερη
συσχέτιση με τις
αμερικανικές αγορές,
αλλά όταν το κάνουμε
αυτό εστιάζουμε κυρίως
στους κινδύνους που
σχετίζονται με το
trade
της τεχνητής νοημοσύνης
και το αμερικανικό
δολάριο», πρόσθεσε.
Ωστόσο, πολλοί επενδυτές
προσελκύονται από τους
ιδιαίτερους παράγοντες
που οδηγούν την Κίνα σε
διαφορετική πορεία από
τις υπόλοιπες αγορές.
«Εδώ και καιρό θεωρούμε
την κινεζική αγορά,
ιδιαίτερα τις εγχώριες
μετοχές τύπου Α, ως μια
σπάνια πηγή
διαφοροποίησης», δήλωσε
ο Phillip
Wool,
επικεφαλής διαχείρισης
χαρτοφυλακίων στην
Rayliant
Investment
Research.
«Τώρα, επιπλέον, υπάρχει
μια πραγματική
οικονομική αποσύνδεση
που βρίσκεται σε
εξέλιξη», κατέληξε.
|