|
Νέα ανάλυση του Διεθνούς
Νομισματικού Ταμείου
(ΔΝΤ) εξετάζει το πώς θα
πρέπει να διαμορφωθεί η
επικοινωνία της
νομισματικής πολιτικής
σε αυτό το νέο
περιβάλλον, προτείνοντας
βασικές αρχές για
αποτελεσματικότερη
ενημέρωση των αγορών και
του κοινού.
Τα προβλήματα των
δεσμεύσεων
Στην περίοδο χαμηλού
πληθωρισμού που
ακολούθησε την παγκόσμια
χρηματοπιστωτική κρίση,
η επικοινωνία των
κεντρικών τραπεζών
βασίστηκε σε μεγάλο
βαθμό στο λεγόμενο
forward
guidance.
Πρόκειται για την
προσπάθεια να δοθεί
στους επενδυτές μια
σχετικά σαφής εικόνα για
την πιθανή μελλοντική
πορεία των επιτοκίων.
Η προσέγγιση αυτή μπορεί
να αποδειχθεί ιδιαίτερα
χρήσιμη όταν τα επιτόκια
βρίσκονται κοντά στο
κατώτατο όριό τους και
οι πληθωριστικές
προσδοκίες υποχωρούν.
Ωστόσο, οι
προκαθορισμένες
δεσμεύσεις μπορούν να
καταστούν προβληματικές
όταν το οικονομικό
περιβάλλον αλλάζει
απότομα.
Ένα απρόβλεπτο σοκ στην
προσφορά, μια νέα έξαρση
του πληθωρισμού ή μια
ξαφνική αλλαγή στην
ισορροπία των κινδύνων
μπορεί να αναγκάσει μια
κεντρική τράπεζα να
αλλάξει πορεία. Όσο πιο
συγκεκριμένη είναι η
προηγούμενη δέσμευσή
της, τόσο μεγαλύτερο
μπορεί να είναι το
κόστος μιας τέτοιας
αλλαγής.
Γι’ αυτό και η
επικοινωνία έχει
μετατοπιστεί σταδιακά
από την πρόβλεψη μιας
συγκεκριμένης πορείας
επιτοκίων προς την
εξήγηση του τρόπου με
τον οποίο η νομισματική
πολιτική θα
προσαρμόζεται στα νέα
δεδομένα.
Στο επίκεντρο η
«συνάρτηση αντίδρασης»
Κεντρικό ζητούμενο πλέον
είναι να κατανοούν οι
αγορές και το κοινό τη
λεγόμενη συνάρτηση
αντίδρασης της κεντρικής
τράπεζας. Δηλαδή, πώς
αξιολογεί τα νέα
οικονομικά στοιχεία, πώς
σταθμίζει τους κινδύνους
και πώς διαχειρίζεται
τις πιθανές συγκρούσεις
μεταξύ των βασικών
στόχων της.
Μεταξύ των
σημαντικότερων
παραμέτρων βρίσκονται η
δυναμική του υποκείμενου
πληθωρισμού, η πορεία
των πληθωριστικών
προσδοκιών και ο τρόπος
με τον οποίο η
νομισματική πολιτική
μεταδίδεται στην
πραγματική οικονομία.
Η έννοια της «εξάρτησης
από τα δεδομένα» έχει
επομένως αποκτήσει
ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι
κεντρικές τράπεζες
προσπαθούν να εξηγούν
ποια στοιχεία έχουν
μεγαλύτερη σημασία, πώς
αυτά επηρεάζουν τις
αποφάσεις τους και ποιες
θα μπορούσαν να είναι οι
επόμενες κινήσεις υπό
διαφορετικές οικονομικές
συνθήκες.
Στόχος δεν είναι να
προβλεφθεί με ακρίβεια η
επόμενη κίνηση, αλλά να
γίνει κατανοητή η λογική
πίσω από τις αποφάσεις
νομισματικής πολιτικής.
Οι προβλέψεις δεν είναι
υποσχέσεις
Οι κεντρικές τράπεζες
χρησιμοποιούν προβλέψεις
και εναλλακτικά σενάρια
για να παρουσιάσουν την
εκτίμησή τους σχετικά με
την πορεία της
οικονομίας. Αυτό είναι
κρίσιμο, καθώς οι
αποφάσεις νομισματικής
πολιτικής λαμβάνονται με
βάση κυρίως την
αναμενόμενη και όχι μόνο
την τρέχουσα κατάσταση
της οικονομίας.
Ωστόσο, μια πρόβλεψη δεν
αποτελεί υπόσχεση.
Σε έναν κόσμο όπου τα
οικονομικά σοκ είναι
συχνότερα, οι προβλέψεις
υπόκεινται σε σημαντική
αβεβαιότητα. Εάν
παρουσιάζονται με
υπερβολικά μεγάλη
ακρίβεια ή εάν οι
προβολές για τα επιτόκια
εκλαμβάνονται από τις
αγορές ως δεσμευτικές,
οι αναθεωρήσεις τους
μπορεί να εκληφθούν
λανθασμένα ως απότομες
αλλαγές πολιτικής.
Τα εναλλακτικά σενάρια
μπορούν να βοηθήσουν
σημαντικά σε αυτό το
σημείο. Δείχνουν πώς θα
μπορούσε να αντιδράσει η
νομισματική πολιτική εάν
η οικονομία εξελιχθεί
διαφορετικά από το
βασικό σενάριο,
υπενθυμίζοντας παράλληλα
ότι οι τελικές αποφάσεις
θα εξαρτώνται από τα νέα
δεδομένα.
Επικοινωνία
προσαρμοσμένη σε έναν
κόσμο συνεχών σοκ
Σύμφωνα με το ΔΝΤ, οι
οικονομικές προβλέψεις
θα πρέπει να
συνοδεύονται από σαφή
παρουσίαση των κινδύνων
που τις περιβάλλουν. Η
αποτελεσματική
επικοινωνία της
συνάρτησης αντίδρασης
επιτρέπει στο κοινό να
αντιληφθεί καλύτερα πώς
μπορεί να κινηθεί η
νομισματική πολιτική σε
διαφορετικές οικονομικές
εξελίξεις.
Αντίθετα, οι δεσμεύσεις
για μια συγκεκριμένη
πορεία επιτοκίων θα
πρέπει να
χρησιμοποιούνται μόνο σε
εξαιρετικές περιπτώσεις
και πάντοτε υπό σαφείς
προϋποθέσεις. Εάν
υπάρχει μια τέτοια υπό
όρους δέσμευση, θα
πρέπει να είναι ξεκάθαρο
ότι υπερισχύει πάντοτε η
βασική αποστολή της
κεντρικής τράπεζας,
δηλαδή η διασφάλιση της
σταθερότητας των τιμών.
Η περισσότερη
επικοινωνία δεν σημαίνει
πάντα καλύτερη
επικοινωνία
Η σαφής επικοινωνία
μπορεί να συμβάλει στη
σταθεροποίηση των
προσδοκιών και να
ενισχύσει τη λογοδοσία
των κεντρικών τραπεζών.
Ωστόσο, η υπερβολική
πληροφόρηση μπορεί να
έχει και αντίθετα
αποτελέσματα.
Η εξάπλωση των μέσων
κοινωνικής δικτύωσης, η
αυτοματοποιημένη ανάλυση
ειδήσεων και η τεχνητή
νοημοσύνη σημαίνουν ότι
κάθε δήλωση ενός
κεντρικού τραπεζίτη
αναλύεται πλέον σχεδόν
αμέσως και σε τεράστια
κλίμακα.
Η υπερβολική λεπτομέρεια
μπορεί να οδηγήσει τις
αγορές στο να
επικεντρώνονται
περισσότερο στην
αποκωδικοποίηση κάθε
λέξης μιας ανακοίνωσης
παρά στα θεμελιώδη
οικονομικά δεδομένα.
Γι’ αυτό η σύνδεση κάθε
μηνύματος με τις
εξελισσόμενες
οικονομικές προοπτικές
και τις αντίστοιχες
προϋποθέσεις θεωρείται
πλέον θεμελιώδης.
Στόχος δεν είναι η
εξάλειψη της
μεταβλητότητας
Ένα ακόμη σημαντικό
σημείο είναι ότι ο
στόχος της επικοινωνίας
των κεντρικών τραπεζών
δεν θα πρέπει να είναι η
εξάλειψη της
μεταβλητότητας στις
αγορές.
Η μεταβλητότητα δεν
είναι από μόνη της
αρνητική. Όταν οι τιμές
των περιουσιακών
στοιχείων μεταβάλλονται
ως αποτέλεσμα νέων
πληροφοριών σχετικά με
την ανάπτυξη, τον
πληθωρισμό και τις
προοπτικές της
οικονομίας, οι αγορές
επιτελούν μια κρίσιμη
λειτουργία: ανακαλύπτουν
και ενσωματώνουν τις
νέες πληροφορίες στις
τιμές.
Μάλιστα, αυτή η
διαδικασία μπορεί να
βελτιώνει το
πληροφοριακό περιεχόμενο
των προσδοκιών της
αγοράς και, με τη σειρά
της, να προσφέρει
χρήσιμες ενδείξεις στους
ίδιους τους υπεύθυνους
χάραξης πολιτικής.
Περισσότερη σαφήνεια και
λιγότερη βεβαιότητα
Το βασικό συμπέρασμα
είναι ότι η
αποτελεσματική
επικοινωνία των
κεντρικών τραπεζών δεν
απαιτεί να παρουσιάζουν
μια απολύτως
συγκεκριμένη εικόνα για
το μέλλον. Απαιτεί να
εξηγούν με σαφήνεια τους
στόχους τους, τον τρόπο
με τον οποίο αντιδρούν
στα οικονομικά δεδομένα
και τους κινδύνους που
μπορούν να οδηγήσουν σε
διαφορετικές αποφάσεις.
Σε ένα παγκόσμιο
περιβάλλον αυξημένης
αβεβαιότητας, οι
κεντρικές τράπεζες
καλούνται να
επικοινωνούν με
μεγαλύτερη σαφήνεια,
αλλά ταυτόχρονα με
μεγαλύτερη ταπεινότητα
απέναντι στις προβλέψεις
τους.
Το ζητούμενο δεν είναι
να πείσουν τις αγορές
ότι γνωρίζουν με
ακρίβεια την επόμενη
κίνηση, αλλά να τις
βοηθήσουν να κατανοήσουν
πώς θα
αντιδράσουν όταν
αλλάξουν τα δεδομένα.
Πηγή: Διεθνές
Νομισματικό Ταμείο (IMF)
|