|
Ωστόσο, σύμφωνα με την
ίδια, η ουσία του
προβλήματος βρίσκεται
βαθύτερα. Τα μεγάλα
πλεονάσματα κεφαλαίων
που συγκεντρώνουν χώρες
όπως η Κίνα επιστρέφουν
στις Ηνωμένες Πολιτείες
μέσω των
χρηματοπιστωτικών
αγορών. Αυτές οι ροές,
όπως ανέφερε, διατηρούν
τεχνητά χαμηλό το κόστος
δανεισμού και ενισχύουν
τις αποτιμήσεις στις
αμερικανικές αγορές,
ιδιαίτερα στον
τεχνολογικό κλάδο και
στις εταιρείες τεχνητής
νοημοσύνης.
Η Γκόπιναθ υποστήριξε
ότι ο σημερινός κίνδυνος
είναι πιο σύνθετος και
λιγότερο ορατός από
εκείνον της κρίσης του
2008. Τότε, το επίκεντρο
ήταν τα υπερχρεωμένα
νοικοκυριά και η αγορά
στεγαστικών δανείων.
Σήμερα, η ανησυχία
μεταφέρεται στο
διογκωμένο δημόσιο χρέος
και στις υπερβολικές
αποτιμήσεις των
τεχνολογικών μετοχών.
Προειδοποίησε μάλιστα
ότι μια ενδεχόμενη
κατάρρευση αυτής της
«φούσκας», ανάλογη με το
κραχ των dot-com
το 2000, θα μπορούσε να
αφαιρέσει άμεσα περίπου
2,5 ποσοστιαίες μονάδες
από το αμερικανικό ΑΕΠ,
οδηγώντας την παγκόσμια
οικονομία σε βαθιά
ύφεση.
Το μεγαλύτερο ρίσκο,
κατά την ίδια, είναι ότι
σε μια τέτοια κρίση το
δολάριο και τα
αμερικανικά ομόλογα ίσως
πάψουν να θεωρούνται
ασφαλή καταφύγια. Σε
αυτή την περίπτωση, οι
επενδυτές θα μπορούσαν
να προχωρήσουν σε
μαζικές πωλήσεις
αμερικανικών
assets,
προκαλώντας σοβαρές
αναταράξεις και
αποδυναμώνοντας τα
παραδοσιακά εργαλεία
διαχείρισης οικονομικών
κρίσεων.
|