|
Από την αποχώρηση στην
επέκταση
Η μεταστροφή είναι
ιδιαίτερα εμφανής σε
ορισμένους από τους
μεγαλύτερους ευρωπαϊκούς
και αμερικανικούς
ομίλους.
Η Citigroup,
υπό τη Jane
Fraser,
ακολούθησε μετά το 2021
μια στρατηγική
συρρίκνωσης της διεθνούς
παρουσίας της, ενώ η
HSBC
βρέθηκε αντιμέτωπη ακόμη
και με πιέσεις για
αλλαγή της δομής της.
Παράλληλα, τράπεζες με
παρουσία σε πολλές
χώρες, όπως η
Banco
Santander,
διαπραγματεύονταν επί
χρόνια με χαμηλότερες
αποτιμήσεις σε σχέση με
πιο συγκεντρωμένους
ομίλους, όπως η
Lloyds
Banking
Group
και η CaixaBank.
Η λογική ήταν απλή:
περισσότερες χώρες
σήμαιναν περισσότερες
εποπτικές αρχές,
διαφορετικά ρυθμιστικά
πλαίσια, μεγαλύτερη
λειτουργική
πολυπλοκότητα και
επομένως υψηλότερο
ρίσκο.
Τώρα αυτή η αντίληψη
αρχίζει να αλλάζει.
Η JPMorgan
ενισχύει την παρουσία
της στη λιανική
τραπεζική σε Βρετανία
και Γερμανία, ενώ η
BNP
Paribas
εξετάζει συμμετοχή στην
Techcombank
του Βιετνάμ. Παράλληλα,
η NatWest
έλαβε έγκριση από τη
Fed
για τη δημιουργία
γραφείου αντιπροσωπείας
στις ΗΠΑ.
Για τη NatWest
η κίνηση έχει ιδιαίτερο
συμβολισμό. Η τράπεζα,
που παλαιότερα ήταν
γνωστή ως Royal
Bank
of
Scotland,
είχε πληρώσει πολύ
ακριβά την επιθετική
διεθνή επέκτασή της πριν
από την κρίση του 2008.
Η μετέπειτα στρατηγική
της βασίστηκε στην
επιστροφή στη βρετανική
αγορά. Το γεγονός ότι
σήμερα επιχειρεί ένα
νέο, έστω περιορισμένο,
άνοιγμα στις ΗΠΑ δείχνει
πόσο έχει μεταβληθεί το
περιβάλλον.
Η διασυνοριακή πίστη
επιταχύνεται
Η αλλαγή δεν
περιορίζεται στις
στρατηγικές αποφάσεις
των διοικήσεων.
Τα στοιχεία της Τράπεζας
Διεθνών Διακανονισμών
δείχνουν ότι η
διασυνοριακή τραπεζική
πίστη αυξήθηκε κατά
1,7 τρισ.
δολάρια στο πρώτο
τρίμηνο του 2026,
καταγράφοντας ετήσια
αύξηση 11,4%.
Μαζί με το 11,5%
του προηγούμενου
τριμήνου,
πρόκειται για τους δύο
υψηλότερους ρυθμούς
αύξησης από τις αρχές
του 2008.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη
σημασία, καθώς τα χρόνια
μετά την παγκόσμια
χρηματοπιστωτική κρίση
χαρακτηρίστηκαν από
περιορισμό ή στασιμότητα
της διασυνοριακής
τραπεζικής
χρηματοδότησης. Σήμερα,
αντίθετα, τα τραπεζικά
κεφάλαια αρχίζουν και
πάλι να κινούνται πιο
δυναμικά μεταξύ χωρών.
Το χρηματιστήριο δίνει
το «πράσινο φως»
Ίσως το σημαντικότερο
στοιχείο για τις
διοικήσεις των τραπεζών
είναι ότι οι επενδυτές
δεν αντιμετωπίζουν πλέον
τόσο αρνητικά τη διεθνή
δραστηριοποίηση.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η
UniCredit.
Η τράπεζα, με σημαντική
παρουσία στη Γερμανία
και σε άλλες ευρωπαϊκές
αγορές, διαπραγματεύεται
πλέον με έκπτωση περίπου
8%
έναντι της Intesa
Sanpaolo,
με βάση τους
εκτιμώμενους δείκτες
ενσώματης λογιστικής
αξίας. Πριν από το 2025,
η αντίστοιχη έκπτωση
ήταν 20% ή και
μεγαλύτερη.
Παρόμοια εξέλιξη
καταγράφεται και στο
κόστος ιδίων κεφαλαίων.
Οι διεθνείς τραπεζικοί
όμιλοι, όπως HSBC,
Santander,
UniCredit,
Barclays,
BBVA
και Deutsche
Bank,
είχαν ιστορικά υψηλότερο
απαιτούμενο κόστος
κεφαλαίου σε σχέση με
περισσότερο εγχώριες
τράπεζες όπως οι
Lloyds,
NatWest,
CaixaBank,
Commerzbank
και Intesa
Sanpaolo.
Πλέον, όμως, η διαφορά
έχει ουσιαστικά
περιοριστεί. Το μέσο
εκτιμώμενο κόστος ιδίων
κεφαλαίων και για τις
δύο κατηγορίες βρίσκεται
κοντά στο 10%.
Η αγορά, επομένως,
φαίνεται να αναγνωρίζει
ότι η γεωγραφική
διαφοροποίηση δεν
αποτελεί από μόνη της
μειονέκτημα.
Ένα νέο κύμα τραπεζικών
συμφωνιών;
Η εξέλιξη αυτή
δημιουργεί τις
προϋποθέσεις για μια νέα
περίοδο διασυνοριακών
τραπεζικών συμφωνιών
στην Ευρώπη.
Ισχυροί όμιλοι με υψηλή
κεφαλαιακή επάρκεια αλλά
σχετικά περιορισμένη
διεθνή παρουσία, όπως η
CaixaBank,
η Lloyds
και η Intesa
Sanpaolo,
θα μπορούσαν να
εξετάσουν πλέον πιο
σοβαρά την απόκτηση
ανταγωνιστών σε άλλες
χώρες.
Το περιβάλλον είναι
σαφώς διαφορετικό από
εκείνο της περιόδου
2009-2024, όταν οι
περισσότερες τραπεζικές
συμφωνίες αφορούσαν
εγχώριες συγχωνεύσεις ή,
αντίθετα, πωλήσεις
διεθνών δραστηριοτήτων.
Ωστόσο, η επιστροφή της
διεθνούς επέκτασης δεν
σημαίνει ότι οι τράπεζες
ξεχνούν τα μαθήματα της
προηγούμενης κρίσης. Οι
σημερινές διοικήσεις
γνωρίζουν ότι μια μεγάλη
εξαγορά σε μια ξένη
αγορά μπορεί να
δημιουργήσει σημαντικό
λειτουργικό, εποπτικό
και χρηματοοικονομικό
κίνδυνο.
Η μεγάλη διαφορά είναι
ότι αυτή τη φορά
οι επενδυτές φαίνεται να
είναι περισσότερο
διατεθειμένοι να δώσουν
στις τράπεζες χώρο για
να αναπτυχθούν εκτός
συνόρων.
Και όταν η διεθνής
επέκταση παύει να
αποτελεί αυτόματα λόγο
για χαμηλότερη
αποτίμηση, το κίνητρο
για τις τραπεζικές
διοικήσεις να
αναζητήσουν ανάπτυξη στο
εξωτερικό γίνεται ξανά
ισχυρό.
|