|
Για τις αγορές, η
εξέλιξη έχει ιδιαίτερη
σημασία: ακόμη και αν οι
προσδοκίες για τα
βραχυπρόθεσμα επιτόκια
γίνουν λιγότερο
επιθετικές, η άνοδος του
ασφαλίστρου προθεσμίας
μπορεί να εμποδίσει την
αποκλιμάκωση των
μακροπρόθεσμων
αποδόσεων.
Το δημοσιονομικό
έλλειμμα των ΗΠΑ
τροφοδοτεί τις ανησυχίες
Ένας από τους βασικούς
παράγοντες που συντηρούν
την πίεση στην αγορά
ομολόγων είναι το
δημοσιονομικό έλλειμμα
της ομοσπονδιακής
κυβέρνησης των ΗΠΑ, το
οποίο προσεγγίζει τα
2 τρισ. δολάρια,
αντιστοιχώντας περίπου
στο 6% του αμερικανικού
ΑΕΠ.
Το μέγεθος του
ελλείμματος αποκτά
ιδιαίτερη σημασία επειδή
η οικονομία εξακολουθεί
να αναπτύσσεται και η
ανεργία παραμένει
χαμηλή. Σε ένα τέτοιο
περιβάλλον, οι
εκτεταμένες
δημοσιονομικές δαπάνες
ενισχύουν την
αβεβαιότητα σχετικά με
τη μελλοντική πορεία του
πληθωρισμού και τη
διαθεσιμότητα κεφαλαίων
για τη χρηματοδότηση του
Δημοσίου.
Παρά τις δεσμεύσεις της
κυβέρνησης Τραμπ για
περιορισμό των δαπανών,
οι αγορές δεν
εμφανίζονται πεπεισμένες
ότι θα υπάρξει σύντομα
ουσιαστική δημοσιονομική
προσαρμογή.
Όσο οι ανάγκες
χρηματοδότησης
παραμένουν υψηλές, το
αμερικανικό Δημόσιο θα
πρέπει να συνεχίσει να
προσφέρει μεγάλες
ποσότητες ομολόγων στους
επενδυτές. Εάν η ζήτηση
δεν αυξάνεται με τον
ίδιο ρυθμό, η αγορά
μπορεί να απαιτήσει
υψηλότερες αποδόσεις για
να απορροφήσει την
πρόσθετη προσφορά.
Γιατί το term
premium
είναι κρίσιμο για τις
αποδόσεις
Το ασφάλιστρο προθεσμίας
αποτελεί ένα από τα
στοιχεία που
διαμορφώνουν την απόδοση
ενός μακροπρόθεσμου
ομολόγου, μαζί με τις
προσδοκίες για τα
μελλοντικά βραχυπρόθεσμα
επιτόκια.
Η άνοδός του δεν
σημαίνει απαραίτητα ότι
οι επενδυτές αναμένουν
νέες αυξήσεις επιτοκίων
από τη Fed.
Μπορεί, αντίθετα, να
αντανακλά μεγαλύτερη
αβεβαιότητα για το ύψος
του πληθωρισμού σε βάθος
χρόνου, την πορεία του
δημόσιου χρέους ή την
ικανότητα των αγορών να
απορροφήσουν τις νέες
εκδόσεις.
Αυτό δημιουργεί ένα
διαφορετικό περιβάλλον
για τους επενδυτές
ομολόγων. Ακόμη και αν η
Fed
μειώσει τα επιτόκια, οι
αποδόσεις των δεκαετών ή
των τριακονταετών τίτλων
ενδέχεται να παραμείνουν
αυξημένες, εφόσον το
ασφάλιστρο προθεσμίας
συνεχίσει να
διευρύνεται.
Για τις κυβερνήσεις, το
αποτέλεσμα είναι
υψηλότερο κόστος νέου
δανεισμού και σταδιακά
μεγαλύτερη επιβάρυνση
από την αναχρηματοδότηση
του υφιστάμενου χρέους.
Για τις επιχειρήσεις και
τα νοικοκυριά, οι
μακροπρόθεσμες αποδόσεις
αποτελούν βασικό σημείο
αναφοράς για στεγαστικά
δάνεια, εταιρική
χρηματοδότηση και άλλες
πιστώσεις.
Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι
προσθέτουν ένα ακόμη
ασφάλιστρο
Η αβεβαιότητα δεν
περιορίζεται στη
δημοσιονομική πολιτική.
Οι γεωπολιτικές εντάσεις
και η πιθανότητα νέων
διαταραχών στην προσφορά
ενέργειας και άλλων
εμπορευμάτων αυξάνουν
τον κίνδυνο
επανεμφάνισης
πληθωριστικών πιέσεων.
Οι εμπειρίες των
τελευταίων ετών, από τη
ρωσική εισβολή στην
Ουκρανία έως τις νέες
συγκρούσεις στη Μέση
Ανατολή, έχουν ενισχύσει
τις ανησυχίες ότι τα σοκ
στην προσφορά μπορεί να
γίνουν συχνότερα και πιο
επίμονα.
Σε ένα τέτοιο
περιβάλλον, οι επενδυτές
έχουν λιγότερους λόγους
να θεωρούν δεδομένη τη
σταθερότητα των τιμών
και των επιτοκίων σε
βάθος δεκαετίας. Αυτό
μπορεί να μεταφραστεί σε
υψηλότερο ασφάλιστρο
προθεσμίας και, κατά
συνέπεια, σε μεγαλύτερες
αποδόσεις των
μακροπρόθεσμων τίτλων.
Ο Μαρκ Μάλεκ, επικεφαλής
επενδύσεων της
Siebert
Financial,
επισημαίνει ότι η
μακροοικονομική εικόνα
περιλαμβάνει αρκετούς
κινδύνους ώστε να
δικαιολογείται ένα
αυξημένο ασφάλιστρο
προθεσμίας. Όπως
σημειώνει, κάθε νέο
γεγονός που προκαλεί
αναταραχή στις αγορές
επαναφέρει στο προσκήνιο
αυτές τις ανησυχίες.
Οι επιπτώσεις σε μετοχές
και οικονομία
Η διατήρηση των
μακροπρόθεσμων αποδόσεων
σε υψηλά επίπεδα μπορεί
να επηρεάσει ευρύτερα
τις χρηματοπιστωτικές
αγορές.
Οι υψηλότερες αποδόσεις
των κρατικών ομολόγων
αυξάνουν το
προεξοφλητικό επιτόκιο
που χρησιμοποιείται για
την αποτίμηση
μελλοντικών εταιρικών
κερδών. Αυτό ασκεί
ιδιαίτερη πίεση σε
μετοχές με υψηλές
αποτιμήσεις, των οποίων
μεγάλο μέρος της αξίας
βασίζεται σε προσδοκίες
για κέρδη που θα
προκύψουν αρκετά χρόνια
αργότερα.
Παράλληλα, το ακριβότερο
χρήμα μπορεί να
περιορίσει τις
επενδύσεις των
επιχειρήσεων, να
επιβαρύνει τη
χρηματοδότηση της αγοράς
κατοικίας και να αυξήσει
το κόστος εξυπηρέτησης
του χρέους.
Οι πιέσεις ενδέχεται να
είναι εντονότερες σε
οικονομίες με μεγάλα
δημοσιονομικά
ελλείμματα, καθώς
καλούνται να καλύψουν
αυξημένες χρηματοδοτικές
ανάγκες σε ένα
περιβάλλον υψηλότερων
αποδόσεων.
Η νέα πρόκληση για τη
Fed
Η άνοδος του ασφαλίστρου
προθεσμίας δημιουργεί
ένα σύνθετο δίλημμα για
τη Fed.
Από τη μία πλευρά, οι
υψηλές αποδόσεις μπορούν
να περιορίσουν τη ζήτηση
και να συμβάλουν στην
αποκλιμάκωση του
πληθωρισμού. Από την
άλλη, εάν παραμείνουν
αυξημένες για μεγάλο
χρονικό διάστημα, μπορεί
να επιβαρύνουν
υπερβολικά τη
χρηματοδότηση της
οικονομίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η
νομισματική πολιτική δεν
είναι ο μοναδικός
παράγοντας που καθορίζει
τις χρηματοπιστωτικές
συνθήκες. Οι
δημοσιονομικές επιλογές,
η προσφορά ομολόγων και
η αντίληψη των επενδυτών
για τους μακροπρόθεσμους
κινδύνους αποκτούν
ολοένα μεγαλύτερη
σημασία.
Το κρίσιμο ερώτημα για
τη Wall
Street
είναι εάν η πρόσφατη
άνοδος του term
premium
αποτελεί μια προσωρινή
αναπροσαρμογή ή
σηματοδοτεί μια πιο
μόνιμη αλλαγή στον τρόπο
με τον οποίο αποτιμάται
το αμερικανικό κρατικό
χρέος.
Εάν επικρατήσει το
δεύτερο σενάριο, η εποχή
των χαμηλών
μακροπρόθεσμων αποδόσεων
θα είναι δυσκολότερο να
επιστρέψει, ακόμη και σε
περίπτωση χαλάρωσης της
νομισματικής πολιτικής.
Και αυτό θα έχει
συνέπειες όχι μόνο για
την αγορά ομολόγων, αλλά
και για τις μετοχές, τις
επενδύσεις και το
συνολικό κόστος
χρηματοδότησης της
παγκόσμιας οικονομίας.
|