|
Εάν επιβεβαιωθεί,
πρόκειται για εξέλιξη με
ιδιαίτερη σημασία για
την παγκόσμια ενεργειακή
αγορά, καθώς το Ορμούζ
αποτελεί έναν από τους
σημαντικότερους
θαλάσσιους διαύλους
μεταφοράς πετρελαίου και
καυσίμων.
Στο επίκεντρο και πάλι
το πετρέλαιο
Η προοπτική μιας
συμφωνίας μεταξύ Ιράν
και Ομάν έδωσε προσωρινά
μια ανάσα στις αγορές
πετρελαίου. Η εκτίμηση
ότι μπορεί να
αποκατασταθεί μέρος της
εμπορικής ναυσιπλοΐας
μέσω των Στενών
περιόρισε τις αρχικές
πιέσεις στις τιμές.
Το Brent
κινείται κοντά στα 97
δολάρια το βαρέλι,
έχοντας προηγουμένως
προσεγγίσει τα 98
δολάρια.
Η σημασία της εξέλιξης
γίνεται αντιληπτή από
τους όγκους που
διέρχονται από το
Ορμούζ. Σύμφωνα με
εκτιμήσεις της
Macquarie,
σήμερα περνούν από τα
Στενά περίπου 7
εκατ. βαρέλια αργού και
διυλισμένων προϊόντων
ημερησίως,
έναντι περίπου
20 εκατ. βαρελιών πριν
από τον πόλεμο.
Ακόμη και αυτή η
περιορισμένη ροή,
ωστόσο, δείχνει πόσο
κρίσιμο παραμένει το
πέρασμα για την
παγκόσμια αγορά
ενέργειας.
Το πραγματικό «αγκάθι»
είναι ο έλεγχος
Πίσω από την προσπάθεια
αποκατάστασης της
ναυσιπλοΐας υπάρχει ένα
πολύ μεγαλύτερο ζήτημα:
ποιος θα ελέγχει
και με ποιους όρους τη
διέλευση από το Ορμούζ.
Ιράν και Ομάν, οι δύο
χώρες που βρίσκονται
εκατέρωθεν των Στενών,
εξετάζουν ένα νέο
πλαίσιο διαχείρισης της
κυκλοφορίας. Το
ενδεχόμενο αυτό προκαλεί
ήδη προβληματισμό στην
Ουάσινγκτον, η οποία
επιδιώκει την επιστροφή
στο προπολεμικό καθεστώς
ελεύθερης ναυσιπλοΐας.
Έτσι, μια συμφωνία που
σε πρώτη ανάγνωση θα
μπορούσε να λειτουργήσει
ως «βαλβίδα ασφαλείας»
για την αγορά πετρελαίου
ενδέχεται ταυτόχρονα να
αποτελέσει αφετηρία μιας
νέας γεωπολιτικής
αντιπαράθεσης.
Τα στρατιωτικά επεισόδια
αυξάνουν το ρίσκο
Η ανακοίνωση της
Τεχεράνης έρχεται ενώ
συνεχίζονται οι εντάσεις
στη θαλάσσια περιοχή.
Το Ιράν έχει υποστηρίξει
ότι επιτέθηκε σε πλοία
που ακολούθησαν μη
εγκεκριμένες διαδρομές,
καθώς και σε πλοία που
συνδέονται με τις ΗΠΑ.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν
έχουν επιβεβαιωθεί
ανεξάρτητα.
Παράλληλα, οι
αμερικανικές ένοπλες
δυνάμεις έχουν
ανακοινώσει πλήγματα σε
ιρανικά δεξαμενόπλοια,
υποστηρίζοντας ότι
επρόκειτο για απάντηση
σε επιθέσεις των Φρουρών
της Ισλαμικής
Επανάστασης.
Το σκηνικό αυτό
καταδεικνύει ότι ακόμη
και αν υπάρξει συμφωνία
για ασφαλείς διελεύσεις,
ο κίνδυνος για τη
ναυτιλία δεν πρόκειται
να εξαφανιστεί άμεσα.
Η κρίση ξεπερνά το
Ορμούζ
Την ίδια στιγμή, οι
εξελίξεις δεν
περιορίζονται στα Στενά.
Πλήγματα έχουν αναφερθεί
και σε ενεργειακές
εγκαταστάσεις της
Saudi
Aramco
στη Jazan,
στην Ερυθρά Θάλασσα,
ενισχύοντας την ανησυχία
ότι η σύγκρουση μπορεί
να επηρεάσει ταυτόχρονα
διαφορετικές ενεργειακές
υποδομές και εμπορικές
διαδρομές στην περιοχή.
Αυτό είναι ίσως το
μεγαλύτερο πρόβλημα για
τις αγορές: δεν υπάρχει
πλέον μόνο ένας κίνδυνος
διακοπής της προσφοράς
πετρελαίου, αλλά ένα
ευρύτερο δίκτυο πιθανών
διαταραχών στην
παραγωγή, τη μεταφορά
και τη διύλιση.
Το κόστος του πολέμου
περνά στην οικονομία
Με τη σύγκρουση να
παρατείνεται, η άνοδος
στις τιμές πετρελαίου,
φυσικού αερίου και
καυσίμων δημιουργεί νέες
πληθωριστικές πιέσεις.
Το πρόβλημα είναι
ιδιαίτερα έντονο στις
ΗΠΑ, όπου οι υψηλές
τιμές του ντίζελ
επιβαρύνουν τις
μεταφορές και το κόστος
λειτουργίας της
οικονομίας.
Για την κυβέρνηση Τραμπ,
η ενεργειακή ακρίβεια
αποκτά έτσι και πολιτική
διάσταση, καθώς η
παρατεταμένη άνοδος των
τιμών μπορεί να
μετατραπεί σε σημαντικό
οικονομικό βάρος για τα
νοικοκυριά και τις
επιχειρήσεις.
Το Ορμούζ ως
«θερμόμετρο» των αγορών
Η πιθανή συμφωνία
Ιράν–Ομάν είναι
αναμφίβολα θετική
εξέλιξη από την πλευρά
της ναυσιπλοΐας. Δεν
σημαίνει όμως ότι η
ενεργειακή κρίση
τελειώνει.
Το αντίθετο: το Ορμούζ
παραμένει το
σημαντικότερο θερμόμετρο
της ενεργειακής αγοράς.
Κάθε αύξηση των
διελεύσεων μπορεί να
λειτουργήσει εκτονωτικά
για τις τιμές
πετρελαίου, ενώ κάθε νέα
στρατιωτική ένταση
μπορεί να επαναφέρει το
risk
premium.
Το κρίσιμο επομένως δεν
είναι μόνο εάν θα
δημιουργηθεί ένας
ασφαλής διάδρομος, αλλά
εάν αυτός θα οδηγήσει σε
σταθερή και
μαζική επιστροφή της
εμπορικής ναυσιπλοΐας.
Μέχρι τότε, το πετρέλαιο
θα παραμένει όμηρος της
γεωπολιτικής και τα
Στενά του Ορμούζ θα
συνεχίσουν να αποτελούν
ένα από τα σημαντικότερα
σημεία κινδύνου για την
παγκόσμια οικονομία.
|