|
Επιτόκια δανεισμού σε
υψηλά πολλών δεκαετιών
Παρά τη βελτίωση της
πρόσβασης στις διεθνείς
αγορές, οι φτωχότερες
αναπτυσσόμενες χώρες
εξακολουθούν να
δανείζονται με ιδιαίτερα
δυσμενείς όρους. Το μέσο
επιτόκιο για τις νέες
δανειακές δεσμεύσεις
τους προς ιδιώτες
πιστωτές διαμορφώθηκε
στο 8,2%, το υψηλότερο
επίπεδο από το 1989. Για
τις νέες εκδόσεις
ομολόγων, το αντίστοιχο
κόστος έφτασε το 9,4%.
Αντίθετα, οι χώρες που
δεν δικαιούνται
χρηματοδότηση με χαμηλό
ή μηδενικό επιτόκιο από
τη Διεθνή Ένωση
Ανάπτυξης (IDA)
κατέβαλαν κατά μέσο όρο
5,5% για τις νέες
εκδόσεις ομολόγων,
έναντι 5,8% το 2024.
Η διαφορά αποτυπώνει τις
μεγάλες αποκλίσεις στο
κόστος χρηματοδότησης
μεταξύ των
αναπτυσσόμενων
οικονομιών, με τις
ασθενέστερες οικονομικά
χώρες να αντιμετωπίζουν
σαφώς δυσκολότερες
συνθήκες πρόσβασης σε
κεφάλαια.
Αυξήθηκε κατά 35% ο
δανεισμός από ιδιώτες
Η επιστροφή των
αναπτυσσόμενων χωρών
στις αγορές συνοδεύτηκε
από σημαντική αύξηση της
χρηματοδότησης από
ιδιώτες πιστωτές. Ο
δανεισμός αυτός, μαζί με
τις εκδόσεις ομολόγων
από δημόσιους φορείς,
αυξήθηκε σχεδόν κατά
35%, φτάνοντας τα 251
δισ. δολάρια, το
υψηλότερο επίπεδο των
τελευταίων πέντε ετών.
Ιδιαίτερα έντονη ήταν η
αύξηση του εξωτερικού
χρέους στις χώρες που
είναι επιλέξιμες για
στήριξη από τη Διεθνή
Ένωση Ανάπτυξης. Το 2025
ενισχύθηκε κατά 8,1%,
φτάνοντας τα 1,3 τρισ.
δολάρια.
Όπως επισήμανε η
επικεφαλής
στατιστικολόγος της
Παγκόσμιας Τράπεζας,
Χαϊσάν Φου, η επιστροφή
του ιδιωτικού δανεισμού
αποτελεί θετική εξέλιξη,
ωστόσο συνοδεύεται από
μια δύσκολη
πραγματικότητα: οι χώρες
αυτές αναλαμβάνουν
μεγαλύτερες υποχρεώσεις,
πληρώνουν υψηλότερα
επιτόκια και σε αρκετές
περιπτώσεις διαθέτουν
πλέον λιγότερους πόρους
για τη μακροπρόθεσμη
ανάπτυξή τους.
Ένα ακόμη στοιχείο που
αναδεικνύει η έκθεση
είναι ότι αρκετές
κυβερνήσεις προχώρησαν
σε νέες εκδόσεις
ομολόγων προκειμένου να
αποπληρώσουν παλαιότερες
υποχρεώσεις που έληγαν.
Με αυτόν τον τρόπο
κατάφεραν να παρατείνουν
τη διάρκεια του χρέους
τους, χωρίς όμως να
μειώσουν ουσιαστικά το
συνολικό του ύψος. Σε
αρκετές περιπτώσεις,
μάλιστα, η
αναχρηματοδότηση
πραγματοποιήθηκε με
υψηλότερο κόστος.
Η ζήτηση για νέο
δανεισμό παρέμεινε
ισχυρή και το 2026.
Μέχρι τα μέσα Αυγούστου,
περισσότερες από δέκα
χώρες είχαν ήδη
ξεπεράσει τον συνολικό
στόχο εκδόσεων ομολόγων
που είχαν θέσει για το
2025, ενώ αρκετές ακόμη
επέστρεψαν στις διεθνείς
αγορές.
1,4
τρισ. δολάρια για την
εξυπηρέτηση του χρέους
Το βάρος των υφιστάμενων
υποχρεώσεων αποτυπώνεται
και στις πληρωμές που
πραγματοποίησαν οι
αναπτυσσόμενες
οικονομίες. Το 2025
κατέβαλαν συνολικά 1,4
τρισ. δολάρια για την
αποπληρωμή κεφαλαίου και
τόκων, καταγράφοντας
αύξηση για πέμπτη
συνεχόμενη χρονιά.
Καθοριστική ήταν η
άνοδος των πληρωμών προς
ιδιώτες πιστωτές, οι
οποίες αυξήθηκαν κατά
13,7% και ανήλθαν σε 363
δισ. δολάρια.
Η εικόνα γίνεται ακόμη
πιο χαρακτηριστική αν
εξεταστεί η περίοδος
2022-2025. Σε αυτό το
διάστημα, οι
αναπτυσσόμενες χώρες
κατέβαλαν για την
εξυπηρέτηση του χρέους
τους 436 δισ. δολάρια
περισσότερα από όσα
εισέπραξαν μέσω νέας
χρηματοδότησης. Το 2025,
πάντως, καταγράφηκε
αλλαγή τάσης, καθώς οι
καθαρές εισροές
κεφαλαίων διαμορφώθηκαν
σε 45 δισ. δολάρια.
Πρόσθετη επιβάρυνση
προκάλεσε και η
υποχώρηση του δολαρίου.
Καθώς αυξήθηκε η αξία σε
δολάρια των υποχρεώσεων
που είναι εκφρασμένες σε
άλλα νομίσματα, η
συναλλαγματική μεταβολή
ευθύνεται για
περισσότερο από το 28%
της συνολικής αύξησης
του χρέους των
αναπτυσσόμενων χωρών.
Μάλιστα, ορισμένοι από
τους μεγαλύτερους
δανειολήπτες, ακόμη και
όσοι είχαν πρόσβαση σε
χρηματοδοτικά
προγράμματα με
ευνοϊκότερους όρους,
διαπίστωσαν ότι το
υπόλοιπο των οφειλών
τους ήταν υψηλότερο στο
τέλος του 2025, παρά τις
πληρωμές που είχαν
πραγματοποιήσει στο
μεταξύ.
Κίνδυνος για την
ανάπτυξη και το βιοτικό
επίπεδο
Η Παγκόσμια Τράπεζα
προειδοποιεί ότι η
συνεχής αύξηση του
κόστους εξυπηρέτησης του
χρέους μπορεί να έχει
ευρύτερες κοινωνικές και
οικονομικές συνέπειες.
Όταν μεγαλύτερο μέρος
των κρατικών εσόδων
κατευθύνεται στην
πληρωμή τόκων και
κεφαλαίου, περιορίζονται
αναγκαστικά τα περιθώρια
για δημόσιες επενδύσεις,
ενώ οι οικονομίες
γίνονται περισσότερο
ευάλωτες σε εξωτερικές
κρίσεις.
Η έκθεση εντοπίζει,
μάλιστα, συχνότερα
προβλήματα επισιτιστικής
επάρκειας στις χώρες με
το μεγαλύτερο χρέος,
καθώς σε περιόδους
εξωτερικών αναταράξεων
αυξάνεται η πιθανότητα
τα νοικοκυριά να
αδυνατούν να
εξασφαλίσουν ακόμη και
μια υγιεινή διατροφή.
Παράλληλα, ο διεθνής
οργανισμός ζητά
μεγαλύτερη διαφάνεια
στις συμφωνίες
δανεισμού, βελτίωση των
προτύπων δημοσιοποίησης
στοιχείων και κάλυψη των
κενών στην καταγραφή των
υποχρεώσεων. Η εμφάνιση
νέων πιστωτών και
χρηματοοικονομικών
εργαλείων, αλλά και η
αυξανόμενη χρήση
εγγυήσεων και σύνθετων
χρηματοδοτικών
συμφωνιών, καθιστούν
δυσκολότερη την πλήρη
αποτύπωση του
πραγματικού κινδύνου
χρέους κάθε χώρας.
Το βασικό μήνυμα της
έκθεσης είναι ότι η
επιστροφή των
αναπτυσσόμενων
οικονομιών στις αγορές
δεν αρκεί από μόνη της
για να θεωρηθεί θετική
εξέλιξη. Το κρίσιμο
ζήτημα είναι εάν ο νέος
δανεισμός μπορεί να
εξασφαλιστεί με
βιώσιμους όρους και να
μετατραπεί σε
παραγωγικές επενδύσεις,
αντί να χρησιμοποιείται
απλώς για την
αναχρηματοδότηση
παλαιότερων υποχρεώσεων.
|