| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Παρασκευή, 16/10/2026

   

 

Η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να επιδεικνύει αξιοσημείωτες αντοχές, παρά τις διαδοχικές γεωπολιτικές συγκρούσεις, το ισχυρό ενεργειακό σοκ, την αναζωπύρωση του πληθωρισμού και το αυξημένο κόστος δανεισμού. Μέχρι στιγμής, οι πιέσεις αυτές δεν έχουν οδηγήσει σε μια γενικευμένη οικονομική κρίση, ωστόσο η σχετική σταθερότητα ενδέχεται να αποδειχθεί λιγότερο ανθεκτική από όσο φαίνεται.

Σε ανάλυσή του, ο Guardian επισημαίνει ότι η ικανότητα των οικονομιών να απορροφούν τους κραδασμούς δεν είναι απεριόριστη. Όσο παρατείνονται οι πολεμικές συγκρούσεις και εντείνονται οι πιέσεις στις ενεργειακές αγορές, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να εξαντληθούν οι παράγοντες που μέχρι σήμερα λειτουργούν ως ανάχωμα.

Το ζήτημα βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων μεταξύ υπουργών Οικονομικών και κεντρικών τραπεζιτών που συμμετέχουν στην ετήσια σύνοδο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Μπανγκόκ. Αν και η σημερινή κατάσταση δεν θυμίζει την κορύφωση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης το φθινόπωρο του 2008, οι κίνδυνοι παραμένουν σημαντικοί.

 

Το ίδιο το ΔΝΤ αναγνωρίζει, στην τελευταία του έκθεση για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας, ότι οι οικονομίες έχουν επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Προειδοποιεί, ωστόσο, πως τα περιθώρια αντιμετώπισης νέων διαταραχών περιορίζονται.

Οι τρεις παράγοντες που στηρίζουν την παγκόσμια οικονομία

Σύμφωνα με την ανάλυση του Guardian, τρεις βασικοί παράγοντες εξηγούν γιατί η διεθνής οικονομία δεν έχει υποστεί μέχρι σήμερα τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να προκαλέσει ένα ενεργειακό σοκ τέτοιας έντασης.

Ο πρώτος είναι οι μεγάλες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη. Η κατασκευή υποδομών, η ανάπτυξη υπολογιστικών συστημάτων και η επέκταση των σχετικών τεχνολογιών έχουν δημιουργήσει σημαντική οικονομική δραστηριότητα, κυρίως στις ΗΠΑ. Η αμερικανική οικονομία εμφανίζει τον υψηλότερο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης μεταξύ των επτά μεγαλύτερων ανεπτυγμένων οικονομιών του G7, με τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη να αποτελούν έναν από τους βασικούς παράγοντες στήριξης.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι η αξιοποίηση των διαθέσιμων αποθεμάτων πετρελαίου. Η διοχέτευση πρόσθετων ποσοτήτων στην αγορά συνέβαλε στην αντιστάθμιση μέρους των απωλειών προσφοράς από τη Μέση Ανατολή και περιόρισε την ένταση των ανατιμήσεων. Χωρίς αυτή την πρόσθετη προσφορά, οι τιμές του αργού θα μπορούσαν να είχαν κινηθεί ακόμη υψηλότερα.

Τρίτος παράγοντας είναι η Κίνα, η οποία μέσω της μεγάλης παραγωγικής της δυναμικότητας και των εξαγωγών προϊόντων σε ανταγωνιστικές τιμές συμβάλλει στη συγκράτηση του κόστους των εισαγόμενων αγαθών. Η επίδραση αυτή περιορίζει τις πληθωριστικές πιέσεις σε πολλές οικονομίες, αν και δημιουργεί παράλληλα προβλήματα για τις εγχώριες βιομηχανίες άλλων χωρών.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι και οι τρεις αυτοί παράγοντες έχουν ταυτόχρονα μια λιγότερο ευνοϊκή πλευρά, η οποία μπορεί να ενισχύσει τις πιέσεις εάν οι σημερινές συνθήκες επιδεινωθούν.

Το κόστος της τεχνητής νοημοσύνης και οι πιέσεις στη χρηματοδότηση

Οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη λειτουργούν ως μοχλός ανάπτυξης, αλλά απαιτούν τεράστια κεφάλαια. Η συγκέντρωση χρηματοδοτικών πόρων σε υποδομές και τεχνολογικές επιχειρήσεις μπορεί να αυξήσει τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα κεφάλαια, δυσχεραίνοντας την πρόσβαση στη χρηματοδότηση για επιχειρήσεις άλλων κλάδων.

Σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος δανεισμού παραμένει αυξημένο, οι επιχειρήσεις εκτός του τεχνολογικού τομέα αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στην εξασφάλιση κεφαλαίων για νέα επενδυτικά σχέδια. Έτσι, ένας από τους βασικούς παράγοντες που στηρίζουν την ανάπτυξη μπορεί ταυτόχρονα να περιορίζει τις επενδυτικές δυνατότητες σε άλλα τμήματα της οικονομίας.

Αντίστοιχες αντιφάσεις εμφανίζονται και στο διεθνές εμπόριο. Οι φθηνές κινεζικές εξαγωγές συγκρατούν τις τιμές για τους καταναλωτές, ασκώντας όμως αυξανόμενη πίεση στους παραγωγούς των δυτικών οικονομιών.

Η Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση, καθώς η βιομηχανική της βάση βρίσκεται αντιμέτωπη τόσο με τον ανταγωνισμό των κινεζικών προϊόντων όσο και με το υψηλότερο ενεργειακό κόστος. Ο συνδυασμός των δύο παραγόντων επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της μεταποίησης και δυσκολεύει την ανάκαμψη της βιομηχανικής δραστηριότητας.

Τα αποθέματα πετρελαίου δεν αποτελούν απεριόριστη ασπίδα

Το πετρέλαιο είναι ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας. Η αξιοποίηση των αποθεμάτων έχει συμβάλει μέχρι σήμερα στην κάλυψη μέρους των ελλείψεων που προκλήθηκαν από τις διαταραχές στην προσφορά αργού, όμως η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να διαρκέσει επ' αόριστον.

Η επέκταση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και η εμπλοκή της Σαουδικής Αραβίας ενισχύουν την αβεβαιότητα γύρω από την ασφάλεια των ενεργειακών ροών. Εάν ο πόλεμος συνεχιστεί και οι διαταραχές στην προσφορά παραταθούν, τα διαθέσιμα αποθέματα θα έχουν ολοένα μικρότερη δυνατότητα να απορροφούν τους κραδασμούς.

Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να δεχθούν νέες ανοδικές πιέσεις, μεταφέροντας το αυξημένο κόστος στις μεταφορές, στην παραγωγή και τελικά στις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών. Αυτό θα δυσκόλευε περαιτέρω την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και θα περιόριζε την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Το δημοσιονομικό δίλημμα των κυβερνήσεων

Οι κυβερνήσεις καλούνται παράλληλα να διαχειριστούν μια δύσκολη ισορροπία. Ο επίμονος πληθωρισμός και οι αυξημένες αποδόσεις των κρατικών ομολόγων καθιστούν ακριβότερη την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, εντείνοντας τις πιέσεις για δημοσιονομική πειθαρχία.

Την ίδια στιγμή, οι πολίτες ζητούν περισσότερη στήριξη για να αντιμετωπίσουν το κόστος ζωής, ενώ τα κράτη χρειάζεται να διαθέσουν πόρους για την ενεργειακή ασφάλεια, την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και την προστασία των εφοδιαστικών αλυσίδων.

Η επικεφαλής του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, και ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Άντριου Μπέιλι, έχουν προειδοποιήσει για την ανάγκη συγκράτησης των δημόσιων δαπανών. Ωστόσο, μια επιστροφή σε αυστηρές πολιτικές λιτότητας θα μπορούσε να προκαλέσει έντονες κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις.

Το δίλημμα γίνεται ακόμη δυσκολότερο επειδή οι κυβερνήσεις καλούνται να περιορίσουν τα ελλείμματά τους ακριβώς τη στιγμή που προκύπτουν νέες ανάγκες για δημόσιες επενδύσεις και παρεμβάσεις. Η διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας πρέπει να συνδυαστεί με την προστασία των πιο ευάλωτων νοικοκυριών και την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης.

Ένα διεθνές οικονομικό σύστημα υπό πίεση

Η ανάλυση του Guardian επεκτείνεται και στη λειτουργία των διεθνών οικονομικών θεσμών, θέτοντας το ερώτημα κατά πόσο μπορούν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στις κρίσεις μιας εποχής που χαρακτηρίζεται από υποχώρηση της παγκοσμιοποίησης και ενίσχυση του προστατευτισμού.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου εμφανίζεται αποδυναμωμένος, ενώ το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα αντιμετωπίζουν δυσκολίες απέναντι στις πολιτικές της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ.

Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, οι αδυναμίες του διεθνούς οικονομικού συστήματος προϋπήρχαν της σημερινής αμερικανικής προεδρίας και δεν πρόκειται να εξαφανιστούν με μια ενδεχόμενη αλλαγή ηγεσίας στις ΗΠΑ.

Ο Guardian επικαλείται μελέτη του πρώην αξιωματούχου του ΟΗΕ Ρίτσαρντ Κοζούλ-Ράιτ, σύμφωνα με την οποία το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα έχουν απομακρυνθεί από ορισμένες από τις αρχές που διαμόρφωσαν τη μεταπολεμική οικονομική τάξη. Σε αυτές περιλαμβάνονταν η ενεργός κρατική παρέμβαση, η βιομηχανική πολιτική, η επιδίωξη πλήρους απασχόλησης και η οικονομική υποστήριξη των φτωχότερων χωρών.

Κατά την ίδια ανάλυση, οι δύο οργανισμοί έδωσαν τις τελευταίες δεκαετίες μεγαλύτερη έμφαση στην ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και στην προστασία των ιδιωτικών κερδών, περιορίζοντας τα περιθώρια άσκησης ανεξάρτητης οικονομικής πολιτικής από τις κυβερνήσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη κριτική ασκείται στους όρους δημοσιονομικής προσαρμογής που συνοδεύουν τα προγράμματα χρηματοδοτικής βοήθειας του ΔΝΤ. Οι χώρες που προσφεύγουν στο Ταμείο καλούνται συχνά να εφαρμόσουν αυξήσεις φόρων και περικοπές δαπανών σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Σύμφωνα με την προσέγγιση που περιγράφεται στην ανάλυση, περίπου το ήμισυ των προβλεπόμενων μέτρων εφαρμόζεται κατά το πρώτο έτος και τα δύο τρίτα μέσα σε δύο χρόνια. Το ΔΝΤ υποστηρίζει ότι η ταχεία εφαρμογή των μέτρων ενισχύει τις πιθανότητες επιτυχίας των προγραμμάτων του.

Ο Guardian, ωστόσο, θέτει υπό αμφισβήτηση τον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται αυτή η επιτυχία. Η αποφυγή ενός νέου προγράμματος χρηματοδότησης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχουν βελτιωθεί οι συνθήκες διαβίωσης ή ότι έχει περιοριστεί η φτώχεια στις χώρες που εφαρμόζουν τα προγράμματα.

Η ανάγκη για διαφορετική οικονομική πολιτική

Ως απάντηση στις σημερινές προκλήσεις, ο Guardian υποστηρίζει ότι απαιτείται ουσιαστική αναθεώρηση της οικονομικής πολιτικής σε διεθνές επίπεδο. Μεταξύ των προτάσεων που αναδεικνύει περιλαμβάνονται η ενίσχυση των δημόσιων επενδύσεων, η παροχή μεγαλύτερης ευελιξίας στις κυβερνήσεις, η ελάφρυνση του χρέους και μια διεθνής πρωτοβουλία μεγάλης κλίμακας για τη στήριξη των φτωχότερων οικονομιών απέναντι στην κλιματική κρίση, με χαρακτηριστικά αντίστοιχα του Σχεδίου Μάρσαλ.

Μια τέτοια αλλαγή προσανατολισμού θεωρείται, ωστόσο, δύσκολο να υλοποιηθεί στο άμεσο μέλλον, δεδομένων των γεωπολιτικών αντιπαραθέσεων και των διαφορετικών προτεραιοτήτων των μεγάλων οικονομιών.

Το καθοριστικό ερώτημα παραμένει η διάρκεια της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Μια γρήγορη ειρηνευτική συμφωνία θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντική αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου και να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση στην παγκόσμια οικονομία.

Αντίθετα, η παράταση του πολέμου θα μπορούσε να περιορίσει ακόμη περισσότερο τα διαθέσιμα ενεργειακά αποθέματα, να συντηρήσει τις πληθωριστικές πιέσεις και να αυξήσει το κόστος για επιχειρήσεις, νοικοκυριά και κυβερνήσεις.

Η μέχρι σήμερα ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας δεν σημαίνει ότι οι κίνδυνοι έχουν εξαφανιστεί. Αντίθετα, η εξασθένηση των παραγόντων που συγκράτησαν τις επιπτώσεις των διαδοχικών κρίσεων θα μπορούσε να καταστήσει την επόμενη περίοδο πιο απαιτητική, ιδιαίτερα εάν οι γεωπολιτικές εντάσεις συνεχιστούν και τα περιθώρια δημοσιονομικής και νομισματικής παρέμβασης περιοριστούν περαιτέρω.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum