|
Η Γερμανία πιέζει για
φόρο στα υπερκέρδη
Ο Γερμανός υπουργός
Οικονομικών Λαρς
Κλίνγκμπαϊλ
ζήτησε στη συνάντηση των
υπουργών Οικονομικών της
ΕΕ στο Δουβλίνο από την
Κομισιόν να επεξεργαστεί
προτάσεις για τη
φορολόγηση των αυξημένων
κερδών των πετρελαϊκών
ομίλων.
Η γερμανική πλευρά
θεωρεί ότι οι
καταναλωτές
επιβαρύνονται από την
άνοδο των τιμών στην
αντλία, την ώρα που οι
ενεργειακές εταιρείες
επωφελούνται από τις
υψηλότερες τιμές και τα
διευρυμένα περιθώρια.
Στόχος είναι να υπάρχουν
συγκεκριμένα μοντέλα
προς συζήτηση στην
επόμενη συνεδρίαση των
υπουργών Οικονομικών τον
Οκτώβριο.
Η πρωτοβουλία έχει βρει
υποστήριξη από αρκετές
χώρες, μεταξύ των οποίων
η Γερμανία, η
Ισπανία, η Πορτογαλία, η
Ιταλία, η Πολωνία και η
Αυστρία. Το
Reuters
μεταδίδει ότι οι
υπουργοί Οικονομικών
εξετάζουν τη δυνατότητα
δημιουργίας ενός κοινού
μηχανισμού φορολόγησης
των υπερκερδών, καθώς η
νέα ενεργειακή κρίση
επιβαρύνει το κόστος
ζωής και τις ευρωπαϊκές
οικονομίες.
Η Κομισιόν, ωστόσο, δεν
έχει δεσμευτεί για την
υιοθέτηση ενός ενιαίου
ευρωπαϊκού φόρου. Ο
επίτροπος Οικονομίας
Βάλντις
Ντομπρόβσκις
έχει αφήσει να εννοηθεί
ότι η Επιτροπή δεν
προτίθεται στην παρούσα
φάση να καταθέσει δική
της πρόταση, χωρίς να
αποκλείει τη λήψη
εθνικών μέτρων από τα
κράτη-μέλη.
Πετρέλαιο πάνω από τα
100 δολάρια
Η νέα ενεργειακή
αναστάτωση συνδέεται με
τον πόλεμο στη Μέση
Ανατολή και τις σοβαρές
διαταραχές στις διεθνείς
μεταφορές πετρελαίου.
Τα συμβόλαια πετρελαίου
έχουν επιστρέψει πάνω
από τα 100
δολάρια το βαρέλι,
περίπου 50% υψηλότερα
από τα επίπεδα πριν από
τον πόλεμο στο Ιράν, ενώ
η αγορά παραγώγων δεν
προεξοφλεί άμεση
αποκλιμάκωση.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η
πίεση στην αγορά ντίζελ.
Σύμφωνα με την
IRU,
η μέση σταθμισμένη τιμή
του ντίζελ στην ΕΕ
έφθασε τα 2,26
ευρώ το λίτρο στις 17
Σεπτεμβρίου,
καταγράφοντας αύξηση 38%
από τις 27 Φεβρουαρίου
και ξεπερνώντας το
προηγούμενο υψηλό του
2026.
Στη Γερμανία η μέση τιμή
του ντίζελ κινήθηκε
περίπου στα 2,50
ευρώ το λίτρο,
ενώ στην Ολλανδία και τη
Δανία οι τιμές είναι
ακόμη υψηλότερες.
Σε ετήσια βάση, η
βενζίνη στην ΕΕ είναι
περίπου 24%
ακριβότερη, το
ντίζελ 38%
ακριβότερο, ενώ
το κόστος των
αεροπορικών καυσίμων
έχει υπερδιπλασιαστεί.
Παράλληλα, το ευρωπαϊκό
φυσικό αέριο αναφοράς
κινείται περίπου στα
81 ευρώ ανά
MWh,
περίπου 150% υψηλότερα
σε σχέση με πέρυσι.
Ιταλία και Γαλλία
λαμβάνουν μέτρα
Η εκτίναξη των τιμών
έχει ήδη οδηγήσει
αρκετές ευρωπαϊκές
κυβερνήσεις στην
αναζήτηση μέτρων
στήριξης.
Στην Ιταλία,
η κυβέρνηση της Τζόρτζια
Μελόνι ανακοίνωσε ότι
από το 2027 θα
καταργήσει τα τέλη
κυκλοφορίας για περίπου
14,5 εκατομμύρια
αυτοκίνητα και
μοτοσικλέτες,
με το δημοσιονομικό
κόστος να ξεπερνά τα 2
δισ. ευρώ.
Το μέτρο προστίθεται στη
μείωση του ειδικού φόρου
κατανάλωσης στο ντίζελ,
η οποία έχει ήδη
επιβαρύνει τον κρατικό
προϋπολογισμό κατά
περίπου 2,8 δισ. ευρώ.
Στη Γαλλία,
ο πρόεδρος Εμανουέλ
Μακρόν έχει ζητήσει την
κινητοποίηση της
κυβέρνησης για τον
περιορισμό των
επιπτώσεων από τις
υψηλές τιμές και τη
διασφάλιση επαρκών
προμηθειών.
Η πίεση έχει περάσει και
στην κοινωνία, καθώς
Γάλλοι αλιείς προχώρησαν
σε αποκλεισμούς λιμανιών
και εγκαταστάσεων
καυσίμων, αντιδρώντας
στην εκτόξευση του
κόστους του ντίζελ.
Μετά τις κινητοποιήσεις
συμφωνήθηκαν
άτοκα δάνεια
για όσους αντιμετωπίζουν
προβλήματα ρευστότητας,
ενώ παράλληλα
προβλέπονται μέτρα που
θα συνδέονται με την
πορεία των τιμών των
καυσίμων.
Το γαλλικό κράτος έχει
επίσης παρατείνει έως το
τέλος του έτους
στοχευμένες επιδοτήσεις
για αγρότες, αλιείς και
τον κατασκευαστικό
κλάδο.
Η γαλλική κυβέρνηση
εμφανίζεται πάντως
επιφυλακτική απέναντι σε
οριζόντιες επιδοτήσεις
για το σύνολο των
καταναλωτών, λόγω του
υψηλού δημοσιονομικού
κόστους.
Ισπανία και Γερμανία
αναζητούν λύσεις
Η Ισπανία
έχει ήδη αυξήσει την
έκπτωση στον φόρο του
ντίζελ στα 20
λεπτά ανά λίτρο
από την 1η Σεπτεμβρίου,
μετά την άνοδο των τιμών
κατά 15,7% τον Ιούλιο.
Στη Γερμανία,
η κυβέρνηση εξετάζει νέο
πακέτο μέτρων. Μεταξύ
των προτάσεων που έχουν
συζητηθεί είναι η μείωση
του ενεργειακού φόρου
στη βενζίνη κατά περίπου
14 λεπτά το
λίτρο, καθώς
και μηχανισμοί που θα
συνδέουν την τιμή στην
αντλία με την εξέλιξη
της διεθνούς τιμής του
πετρελαίου.
Οι προτάσεις δεν έχουν
ακόμη οριστικοποιηθεί.
Ο καγκελάριος
Φρίντριχ Μερτς
έχει ήδη προαναγγείλει
μέτρα για την
αντιμετώπιση των υψηλών
τιμών, καθώς το κόστος
των καυσίμων στη
Γερμανία έχει φθάσει σε
επίπεδα-ρεκόρ.
Η Ελλάδα στο μέτωπο των
καυσίμων
Η ενεργειακή πίεση
επηρεάζει πλέον άμεσα
και την Ελλάδα.
Όπως έχει μεταδώσει το
Euractiv,
ο πρωθυπουργός
Κυριάκος Μητσοτάκης
αναμένεται να θέσει με
έμφαση το ζήτημα της
μείωσης του ειδικού
φόρου κατανάλωσης στα
καύσιμα στην επόμενη
σύνοδο των Ευρωπαίων
ηγετών.
Η Αθήνα εξετάζει,
σύμφωνα με το ίδιο
δημοσίευμα, το
ενδεχόμενο μιας
προσωρινής μείωσης της
φορολογίας στα καύσιμα,
εφόσον υπάρξει ευρωπαϊκή
εξαίρεση που θα
επιτρέπει στα κράτη-μέλη
να προχωρήσουν σε
αντίστοιχες παρεμβάσεις.
Έτσι, η Ελλάδα βρίσκεται
αντιμέτωπη με το ίδιο
δίλημμα που απασχολεί
πλέον αρκετές ευρωπαϊκές
πρωτεύουσες.
Από τη μία πλευρά
βρίσκεται η προσπάθεια
να περιοριστεί η
επιβάρυνση των
καταναλωτών μέσω
μειώσεων φόρων και από
την άλλη η συζήτηση για
τη φορολόγηση των
υπερκέρδων των
ενεργειακών ομίλων.
Νέα ενεργειακή πίεση
στην Ευρώπη
Η άνοδος του πετρελαίου
και των καυσίμων
δημιουργεί ένα νέο κύκλο
πιέσεων στην ευρωπαϊκή
οικονομία.
Το υψηλότερο ενεργειακό
κόστος μεταφέρεται στις
μεταφορές, στη
βιομηχανία, στην
παραγωγή ηλεκτρικής
ενέργειας και τελικά
στις τιμές των προϊόντων
και των υπηρεσιών.
Παράλληλα, περιορίζει το
διαθέσιμο εισόδημα των
νοικοκυριών και αυξάνει
το δημοσιονομικό κόστος
οποιασδήποτε κρατικής
παρέμβασης.
Για τις ευρωπαϊκές
κυβερνήσεις, το πρόβλημα
είναι επομένως διπλό:
πρέπει να περιορίσουν
τις επιπτώσεις στους
καταναλωτές χωρίς να
δημιουργήσουν μια μόνιμη
και ιδιαίτερα δαπανηρή
επιδότηση της
κατανάλωσης ενέργειας.
Την ίδια στιγμή, η
συζήτηση για τη
φορολόγηση των έκτακτων
κερδών των ενεργειακών
εταιρειών επανέρχεται
στο προσκήνιο, χωρίς
μέχρι στιγμής να υπάρχει
συμφωνία για έναν ενιαίο
ευρωπαϊκό μηχανισμό.
Η τιμή του
πετρελαίου πάνω από τα
100 δολάρια
μετατρέπει έτσι την
ενεργειακή κρίση από
ζήτημα των αγορών σε
ευρύτερο οικονομικό
πρόβλημα για την Ευρώπη,
με τις επόμενες
εβδομάδες να αναμένεται
να δείξουν εάν οι
κυβερνήσεις θα επιλέξουν
τη φορολόγηση των
υπερκερδών, τη μείωση
των φόρων στα καύσιμα ή
έναν συνδυασμό των δύο.
|