|
Γιατί, λοιπόν, αυτή η
ανθεκτικότητα; Αν και οι
δασμοί της «Ημέρας
Απελευθέρωσης» του Τραμπ
έφτασαν έως και το 50%,
η κυβέρνησή του
προχώρησε σύντομα σε
πολλαπλές εξαιρέσεις,
απαλλαγές και ανατροπές,
μειώνοντας τον
πραγματικό δασμολογικό
συντελεστή των ΗΠΑ
στο 10%-15%, κατά μέσο
όρο, κατά το τελευταίο
έτος. Αν και το επίπεδο
αυτό δεν είναι ευνοϊκό,
είναι τουλάχιστον
διαχειρίσιμο.
Η αβεβαιότητα που
σχετίζεται με τους
δασμούς ήταν, φυσικά,
σημαντική. Ένας δείκτης
εμπορικής πολιτικής
αβεβαιότητας, που
δημιουργήθηκε από τον
οικονομολόγο της
Fed
Dario
Caldara
και τους συνεργάτες του,
έφτασε στο υψηλότερο
επίπεδο που έχει
καταγραφεί ποτέ μετά τη
συνέντευξη Τύπου του
Τραμπ για την «Ημέρα
Απελευθέρωσης». Ωστόσο,
με τις εισαγωγές να
αντιστοιχούν μόλις στο
14% του ΑΕΠ,
η αμερικανική οικονομία
ήταν ήδη σχετικά
κλειστή. Όποιες και αν
είναι οι επιβλαβείς
επιπτώσεις της
αβεβαιότητας που
προκαλούν οι δασμοί,
ήταν εξαρχής πιθανό να
είναι λιγότερο σοβαρές
σε σχέση με εκείνες που
θα αντιμετώπιζαν πιο
ανοικτές οικονομίες.
Αντίστοιχα, το ποσοστό
των αμερικανικών
εισαγωγών που
προέρχονται από την Κίνα
έχει υποχωρήσει μόλις
στο 7%,
αλλά είχε ήδη μειωθεί
από περισσότερο από 20%
σε λιγότερο από 14% κατά
τη δεκαετία που
ολοκληρώθηκε το 2024.
Αφού ξεπέρασαν τα
100 δισ. δολάρια
στο αποκορύφωμά τους το
2016, οι κινεζικές
άμεσες ξένες επενδύσεις
στις ΗΠΑ έχουν
ουσιαστικά εξαφανιστεί.
Παρά αυτές τις τάσεις,
οι αρνητικές επιπτώσεις
στην αμερικανική
οικονομία έχουν
περιοριστεί χάρη στην
ανακατεύθυνση των
κινεζικών εξαγωγών μέσω
του Βιετνάμ και του
Μεξικού, καθώς και χάρη
στη συνεχιζόμενη
επιτυχία της Αμερικής να
προσελκύει άμεσες ξένες
επενδύσεις από άλλες
πηγές, κυρίως από τη
Γερμανία και την
Ιαπωνία.
Και έπειτα υπάρχει το
τελευταίο ενεργειακό
σοκ. Τα συμβόλαια
μελλοντικής εκπλήρωσης
του αργού πετρελαίου
εκτινάχθηκαν από τα
60 δολάρια ανά
βαρέλι στην
αρχή του έτους σε πάνω
από 100 δολάρια. Τώρα
βρίσκονται κοντά στα 80
δολάρια και θα
συνεχίσουν να
διακυμάνουν ανάλογα με
τις προοπτικές
επαναλειτουργίας των
Στενών του Ορμούζ. Ακόμη
σημαντικότερο, το
crack
spread,
δηλαδή η διαφορά κόστους
μεταξύ του αργού
πετρελαίου και των
διυλισμένων προϊόντων,
έχει τριπλασιαστεί από
την αρχή του έτους,
καθώς τα αμερικανικά
διυλιστήρια βρέθηκαν
απροετοίμαστα απέναντι
στις μεταβαλλόμενες
προμήθειες αργού. Παρ’
όλα αυτά, η αρνητική
επίδραση ήταν
περιορισμένη, επειδή η
αμερικανική οικονομία
είναι πλέον λιγότερο
ενεργοβόρα σε σχέση με
το παρελθόν, λόγω της
ευρύτερης μετατόπισης
της οικονομικής
δραστηριότητας προς τις
υπηρεσίες.
Τέλος, στον βαθμό που
αυτοί οι παράγοντες
έχουν επιβαρύνει την
αμερικανική οικονομική
ανάπτυξη, η αρνητική
τους επίδραση έχει
αντισταθμιστεί από τις
ισχυρές επενδύσεις σε
data
centers
που σχετίζονται με την
τεχνητή νοημοσύνη, στο
λογισμικό και στην
έρευνα και ανάπτυξη,
καθώς και από τις
καταναλωτικές δαπάνες
που στηρίζονται σε μια
ισχυρή χρηματιστηριακή
αγορά.
Τι θα μπορούσε, λοιπόν,
να πάει στραβά; Με μία
λέξη: τα πάντα.
Παρά τις δικαστικές
αποφάσεις που ακυρώνουν
πολλούς από τους δασμούς
της κυβέρνησης, η απειλή
των δασμών παραμένει, με
τον Τραμπ να τους
επικαλείται ως απάντηση
σε οτιδήποτε, από τις
δασικές πυρκαγιές στον
Καναδά έως τις εκλογές
στη Βραζιλία. Παράλληλα,
οι προοπτικές
επαναλειτουργίας των
Στενών του Ορμούζ
παραμένουν αβέβαιες, ενώ
οι εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ
και Κίνας κλιμακώνονται
εκ νέου, με την Κίνα να
επιβάλλει εμπορικούς
περιορισμούς σε δεκάδες
αμερικανικές οντότητες
ενόψει του επικείμενου
ταξιδιού του προέδρου
Xi
Jinping
στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Είναι αδύνατο να
γνωρίζουμε τι θα συμβεί
μετά την ολοκλήρωση
αυτού του ταξιδιού.
Δεδομένων των αναφορών
ότι οι ΗΠΑ έχουν
χρησιμοποιήσει μεγάλο
μέρος των πυρομαχικών
και των στρατηγικών
πόρων που θα χρειάζονταν
για να αποτρέψουν μια
επιθετική ενέργεια της
Κίνας στη Νότια Σινική
Θάλασσα, δεν μπορεί να
αποκλειστεί μια
κλιμάκωση των εντάσεων.
Παρότι η άνοδος των
τιμών του πετρελαίου
έχει μετριαστεί από τις
αποδεσμεύσεις αποθεμάτων
πετρελαίου από την Κίνα
και τις ΗΠΑ, το
Στρατηγικό Απόθεμα
Πετρελαίου των ΗΠΑ (Strategic
Petroleum
Reserve)
βρίσκεται πλέον σε
χαμηλό 45 ετών,
ενώ το ήμισυ των
αποθεμάτων που έχουν
απομείνει δεν μπορεί να
αποσυρθεί χωρίς να
διακινδυνεύσει την
κατάρρευση των σπηλαίων
άλατος στα οποία
αποθηκεύεται.
Πάνω απ’ όλα, υπάρχει η
δυνητική απειλή από τις
χρηματοπιστωτικές
αγορές. Ο συνδυασμός
μιας ακριβής
χρηματιστηριακής αγοράς
και της ανόδου των
μακροπρόθεσμων επιτοκίων
έχει ιστορικά αποδειχθεί
ιδιαίτερα επικίνδυνος.
Τον Ιούλιο είδαμε πώς η
απαισιοδοξία σχετικά με
τις άμεσες αποδόσεις των
επενδύσεων που
σχετίζονται με την
τεχνητή νοημοσύνη μπορεί
να οδηγήσει σε απότομη
πτώση των μετοχών των
εταιρειών AI,
ιδιαίτερα όταν αυτές οι
επενδύσεις
χρηματοδοτούνται με
χρέος και το κόστος του
χρέους αυξάνεται. Εάν οι
πτώσεις των τιμών των
μετοχών επαναληφθούν, οι
αρνητικές επιπτώσεις
πλούτου στις
καταναλωτικές δαπάνες θα
μπορούσαν να είναι
σημαντικές.
Είδαμε επίσης πώς
τέτοιες κινήσεις στις
τιμές των μετοχών
μπορούν να αιφνιδιάσουν
επενδυτές που έχουν
τοποθετηθεί στους ίδιους
δημοφιλείς κλάδους, με
καταστροφικές συνέπειες
όταν τα στοιχήματά τους
στηρίζονται σε μόχλευση
και με δυνητικά σοβαρές
επιπτώσεις για τις
τράπεζες και άλλους
παρόχους της σχετικής
χρηματοδότησης. Δεν
ακολουθεί κάθε
χρηματοπιστωτικό κραχ
και κάθε
χρηματοπιστωτική κρίση
από μια ύφεση. Ωστόσο,
αποτελούν τον καλύτερο
πρόδρομο δείκτη που
διαθέτουμε.
Barry
Eichengreen,
καθηγητής Οικονομικών
και Πολιτικών Επιστημών
στο University
of
California,
Berkeley,
είναι πρώην ανώτερος
σύμβουλος πολιτικής στο
Διεθνές Νομισματικό
Ταμείο. Είναι
συγγραφέας πολλών
βιβλίων, μεταξύ των
οποίων το
Money Beyond Borders:
Global Currencies From
Croesus to Crypto
(Princeton University
Press, 2026).
Πηγή: Project
Syndicate
|