|
Η Σεν κάνει λόγο για
«λανθασμένη ευφορία»,
εκτιμώντας ότι οι
επενδυτές θεωρούν την
ενεργειακή κρίση ως
πρόβλημα που αφορά
κυρίως την Ασία,
υποτιμώντας τις
ευρύτερες επιπτώσεις
της. Παράλληλα,
σημειώνει ότι η αύξηση
παραγωγής από τον ΟΠΕΚ
δεν επαρκεί για να
καλύψει τις απώλειες
στην προσφορά,
λειτουργώντας
περισσότερο σε συμβολικό
επίπεδο.
Καθοριστικός παράγοντας
για την εξέλιξη της
κρίσης παραμένει η
κατάσταση στα Στενά του
Ορμούζ. Όπως
υπογραμμίζει, ένα
παρατεταμένο κλείσιμο θα
σήμαινε δραστική μείωση
της παγκόσμιας ζήτησης,
έως και 10 εκατομμύρια
βαρέλια ημερησίως, κάτι
που συνεπάγεται σοβαρές
επιπτώσεις για την
παγκόσμια οικονομία. Σε
αυτό το πλαίσιο, οι
τιμές πετρελαίου
εκτιμάται ότι θα
διατηρηθούν σε υψηλά
επίπεδα, με εύρος 80–90
δολάρια ως νέο
«κατώφλι».
Οι επιπτώσεις δεν
περιορίζονται στην
ενέργεια, αλλά
επεκτείνονται σε
ολόκληρη την αλυσίδα
εμπορευμάτων,
επηρεάζοντας το
LNG,
τα χημικά και τα
λιπάσματα, με πιθανές
αυξήσεις και στις τιμές
τροφίμων λόγω του
αυξημένου κόστους
παραγωγής.
Την ίδια στιγμή, ο Γενς
Άισενσιντ της
Morgan
Stanley
προειδοποιεί για
αυξανόμενες πιέσεις σε
πολλούς κλάδους, από τις
αερομεταφορές έως τη
βιομηχανία, καθώς η
άνοδος των τιμών
καυσίμων και πρώτων υλών
επιβαρύνει συνολικά την
οικονομική
δραστηριότητα.
Εστιάζοντας στην Ευρώπη,
σημειώνει ότι μια ταχεία
αποκλιμάκωση της κρίσης
θα μπορούσε να επιτρέψει
στην Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα να παραμείνει σε
τροχιά σταθεροποίησης
του πληθωρισμού. Ωστόσο,
εάν η κρίση παραταθεί,
αυξάνονται οι
πιθανότητες νέας ανόδου
επιτοκίων, καθώς
ενισχύεται ο κίνδυνος
παγίωσης του
πληθωρισμού.
Συνολικά, η εικόνα που
διαμορφώνεται είναι αυτή
μιας αγοράς που
συνεχίζει να αποτιμά
θετικά το παρόν,
αγνοώντας όμως τις
αυξανόμενες πιέσεις που
συσσωρεύονται στο
υπόβαθρο της παγκόσμιας
οικονομίας.
|