|
Ενεργειακοί κολοσσοί με
αυξημένα κέρδη
Η μεγαλύτερη οικονομική
επίπτωση της κρίσης
μέχρι στιγμής αφορά την
ενέργεια. Από τα Στενά
του Ορμούζ διέρχεται
περίπου το 20% της
παγκόσμιας διακίνησης
πετρελαίου και φυσικού
αερίου, ωστόσο οι
μεταφορές περιορίστηκαν
δραστικά μετά την
κλιμάκωση της
σύγκρουσης.
Η εκτίναξη της
μεταβλητότητας στις
διεθνείς αγορές
ενέργειας ευνόησε κυρίως
τις μεγάλες ευρωπαϊκές
πετρελαϊκές εταιρείες,
που διαθέτουν ισχυρή
παρουσία στο
trading
και αξιοποίησαν τις
έντονες διακυμάνσεις των
τιμών.
Η BP
ανακοίνωσε
υπερδιπλασιασμό των
κερδών της στα 3,2 δισ.
δολάρια το πρώτο
τρίμηνο, αποδίδοντας την
επίδοση αυτή στις
εξαιρετικές αποδόσεις
του εμπορικού της
βραχίονα.
Αντίστοιχα, η
Shell
ξεπέρασε τις προβλέψεις
της αγοράς,
παρουσιάζοντας κέρδη
6,92 δισ. δολαρίων για
το ίδιο διάστημα.
Η γαλλική
TotalEnergies
κατέγραψε αύξηση κερδών
σχεδόν κατά 30%,
αγγίζοντας τα 5,4 δισ.
δολάρια, επωφελούμενη
επίσης από τη μεγάλη
αστάθεια στις αγορές
πετρελαίου και φυσικού
αερίου.
Στις ΗΠΑ, οι
ExxonMobil
και Chevron
εμφάνισαν χαμηλότερα
κέρδη σε σχέση με πέρυσι
λόγω προβλημάτων στον
εφοδιασμό, ωστόσο
ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις
των αναλυτών και
προσδοκούν περαιτέρω
ενίσχυση των
αποτελεσμάτων τους όσο
οι τιμές του πετρελαίου
διατηρούνται σε υψηλά
επίπεδα.
Οι επενδυτικές τράπεζες
επωφελούνται από τη
μεταβλητότητα
Μεγάλοι κερδισμένοι της
περιόδου αποδείχθηκαν
και οι τραπεζικοί όμιλοι
της Wall
Street,
καθώς η αβεβαιότητα
πυροδότησε έκρηξη
συναλλαγών στις αγορές.
Η JPMorgan
Chase
κατέγραψε έσοδα-ρεκόρ
11,6 δισ. δολαρίων από
trading
στο πρώτο τρίμηνο του
2026, συμβάλλοντας σε
ένα από τα υψηλότερα
τριμηνιαία κέρδη στην
ιστορία της.
Συνολικά, οι μεγάλες
αμερικανικές τράπεζες —
Bank
of
America,
Morgan
Stanley,
Citigroup,
Goldman
Sachs,
Wells
Fargo
και JPMorgan
— εμφάνισαν συνολικά
κέρδη 47,7 δισ. δολαρίων
για το πρώτο τρίμηνο.
Η έντονη μεταβλητότητα
οδήγησε επενδυτές είτε
σε μαζικές πωλήσεις είτε
σε επιθετικές αγορές
μετά τις διορθώσεις των
αγορών, αυξάνοντας
θεαματικά τον όγκο
συναλλαγών και τα έσοδα
των επενδυτικών
τραπεζών.
Άνοδος για την αμυντική
βιομηχανία
Όπως συμβαίνει σχεδόν σε
κάθε γεωπολιτική κρίση,
ο αμυντικός τομέας
συγκαταλέγεται στους
βασικούς ωφελημένους.
Η πολεμική σύγκρουση
ανέδειξε σημαντικές
αδυναμίες στην αεράμυνα
πολλών χωρών,
επιταχύνοντας επενδύσεις
σε αντιπυραυλικά
συστήματα, τεχνολογίες
αντιμετώπισης
drones
και στρατιωτικό
εξοπλισμό σε Ευρώπη και
ΗΠΑ.
Η BAE
Systems
ανακοίνωσε ότι αναμένει
σημαντική αύξηση
πωλήσεων και
κερδοφορίας,
επικαλούμενη τη ραγδαία
άνοδο των παγκόσμιων
αμυντικών δαπανών.
Παράλληλα, οι
Lockheed
Martin,
Boeing
και Northrop
Grumman
ανέφεραν ιστορικά υψηλά
ανεκτέλεστα υπόλοιπα
παραγγελιών στο τέλος
του πρώτου τριμήνου.
Παρότι οι μετοχές του
κλάδου υποχωρούν τους
τελευταίους μήνες λόγω
ανησυχιών περί
υπερτίμησης, η ζήτηση
για στρατιωτικό
εξοπλισμό συνεχίζει να
ενισχύεται.
Η ενεργειακή κρίση δίνει
ώθηση στις ΑΠΕ
Η σύγκρουση στη Μέση
Ανατολή επανέφερε
δυναμικά στο προσκήνιο
τη σημασία της
ενεργειακής απεξάρτησης
από τα ορυκτά καύσιμα.
Η αυξημένη αβεβαιότητα
γύρω από τις τιμές
πετρελαίου και φυσικού
αερίου ενίσχυσε
σημαντικά το ενδιαφέρον
για επενδύσεις στις
ανανεώσιμες πηγές
ενέργειας, ακόμη και
στις ΗΠΑ, όπου η
ενεργειακή πολιτική του
Donald
Trump
παραμένει φιλική προς τα
ορυκτά καύσιμα.
Η NextEra
Energy
συγκαταλέγεται στις
εταιρείες που ωφελήθηκαν
περισσότερο, με τη
μετοχή της να ενισχύεται
σημαντικά από τις αρχές
του έτους.
Αύξηση κερδών
ανακοίνωσαν επίσης οι
δανέζικες Vestas
και Ørsted,
επιβεβαιώνοντας ότι η
ενεργειακή κρίση
λειτουργεί ως καταλύτης
για την πράσινη
μετάβαση.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η
Octopus
Energy
ανέφερε έντονη άνοδο
στις πωλήσεις
φωτοβολταϊκών και
αντλιών θερμότητας, με
τη ζήτηση για ηλιακά
πάνελ να αυξάνεται κατά
50% μετά την κλιμάκωση
της κρίσης.
Την ίδια στιγμή, η
εκτίναξη των τιμών
καυσίμων ενίσχυσε και τη
ζήτηση για ηλεκτρικά
οχήματα, με τις
κινεζικές
αυτοκινητοβιομηχανίες να
αξιοποιούν ιδιαίτερα
ευνοϊκά τη συγκυρία.
Συνολικά, η κρίση στη
Μέση Ανατολή αποδεικνύει
για ακόμη μία φορά ότι
οι γεωπολιτικές
συγκρούσεις δεν παράγουν
μόνο οικονομικές
απώλειες και κοινωνική
πίεση, αλλά και
τεράστιες
επιχειρηματικές
ευκαιρίες για
συγκεκριμένους τομείς
της παγκόσμιας
οικονομίας.
|