|
Παρά τις συνθήκες αυτές,
η εικόνα διαφέρει
αισθητά σε σχέση με τις
ενεργειακές κρίσεις του
παρελθόντος, όπως
εκείνες των δεκαετιών
του 1970 και του 1990.
Μεγάλες οικονομίες
συνεχίζουν να εμφανίζουν
αξιοσημείωτη
σταθερότητα, ενώ οι
χρηματιστηριακές αγορές
κινούνται κοντά σε
ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Η ανθεκτικότητα αυτή
οφείλεται σε έναν
συνδυασμό παραγόντων.
Από τη μία πλευρά, τα
αυξημένα ενεργειακά
αποθέματα λειτουργούν ως
«μαξιλάρι» απέναντι στις
ελλείψεις. Από την άλλη,
οι κυβερνήσεις έχουν
ενεργοποιήσει μέτρα
στήριξης για την
προστασία των
καταναλωτών,
περιορίζοντας τις άμεσες
επιπτώσεις της
ακρίβειας. Παράλληλα, η
ραγδαία ανάπτυξη της
τεχνητής νοημοσύνης
ενισχύει την επενδυτική
δραστηριότητα διεθνώς,
δημιουργώντας
αντισταθμιστικές
δυνάμεις στην οικονομία.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν
και οι διαρθρωτικές
αλλαγές των τελευταίων
δεκαετιών στην
ενεργειακή
αποδοτικότητα. Σύμφωνα
με στοιχεία της
Παγκόσμιας Τράπεζας, η
ενέργεια που απαιτείται
για την παραγωγή μιας
μονάδας ΑΕΠ –σε
πραγματικούς όρους– έχει
μειωθεί σημαντικά από το
2000, κατά περίπου 33%
σε ΗΠΑ και Ευρώπη και
κατά 40% στην Κίνα. Αυτή
η βελτίωση περιορίζει
τις επιπτώσεις των
διαταραχών στην
εφοδιαστική αλυσίδα.
Όπως επισήμανε πρόσφατα
η επικεφαλής του
Διεθνούς Νομισματικού
Ταμείου,
Kristalina
Georgieva,
η αυξημένη ενεργειακή
αποδοτικότητα λειτουργεί
ως «αμορτισέρ» απέναντι
στο σοκ. Το ΔΝΤ εκτιμά
ότι η παγκόσμια ανάπτυξη
θα είναι ελαφρώς
χαμηλότερη φέτος σε
σχέση με πέρυσι, υπό την
προϋπόθεση ότι τα Στενά
του Ορμούζ θα
επαναλειτουργήσουν έως
τα μέσα του έτους.
Ωστόσο, η παρατεταμένη
διάρκεια της κρίσης θα
μπορούσε να επιβαρύνει
περαιτέρω την οικονομική
δραστηριότητα. Οι πιο
ευάλωτες χώρες, ιδίως
όσες δεν διαθέτουν
επαρκή αποθέματα και δεν
επωφελούνται από την
επενδυτική ώθηση της
τεχνητής νοημοσύνης,
υφίστανται ήδη
σημαντικές πιέσεις. Οι
ελλείψεις ενέργειας
οδηγούν σε διακοπές
λειτουργίας βιομηχανικών
μονάδων, ενώ το αυξημένο
κόστος εισαγωγών
επιβαρύνει τα δημόσια
οικονομικά.
Σε περίπτωση που η κρίση
συνεχιστεί και το
επόμενο έτος, το ΔΝΤ
προειδοποιεί ότι ο
ρυθμός παγκόσμιας
ανάπτυξης ενδέχεται να
υποχωρήσει κοντά στο 2%.
Η σύγκριση με το 2022
είναι αναπόφευκτη, όταν
η ρωσική εισβολή στην
Ουκρανία πυροδότησε ένα
ανάλογο σοκ. Τότε, ο
πληθωρισμός βρισκόταν
ήδη σε υψηλά επίπεδα,
λόγω της έντονης ζήτησης
μετά την πανδημία και
των προβλημάτων στην
εφοδιαστική αλυσίδα. Οι
κεντρικές τράπεζες
αναγκάστηκαν να
αντιδράσουν άμεσα με
αυξήσεις επιτοκίων.
Σήμερα, αν και οι
πιέσεις από την ενέργεια
παραμένουν, ο
πληθωρισμός δεν ασκεί
την ίδια ένταση,
δίνοντας περισσότερο
χρόνο για αξιολόγηση των
εξελίξεων.
Παράλληλα, οι
κυβερνήσεις έχουν
κινητοποιηθεί ταχύτερα,
αξιοποιώντας τα
στρατηγικά αποθέματα
ενέργειας για να
περιορίσουν τις
επιπτώσεις.
Χαρακτηριστικά, η
Ιαπωνία και η Νότια
Κορέα διαθέτουν
αποθέματα που καλύπτουν
περίπου 200 ημέρες, η
Ευρώπη περίπου 130 και η
Κίνα γύρω στις 100
ημέρες.
Στην Ασία, η δυναμική
των εξαγωγών λειτουργεί
επίσης ως σημαντικό
αντίβαρο. Η αυξημένη
ζήτηση για μικροτσίπ,
ηλεκτρονικά και
εξοπλισμό που σχετίζεται
με την ανάπτυξη υποδομών
τεχνητής νοημοσύνης
ενισχύει τη βιομηχανική
παραγωγή και στηρίζει
τις οικονομίες της
περιοχής.
Σε σύγκριση με το
παρελθόν, η παγκόσμια
οικονομία εμφανίζεται
λιγότερο εξαρτημένη από
την ενέργεια, καθώς οι
ανεπτυγμένες χώρες έχουν
μετατοπιστεί προς
υπηρεσίες χαμηλότερης
ενεργειακής έντασης.
Ταυτόχρονα, η διείσδυση
των ανανεώσιμων πηγών
ενέργειας, η βελτίωση
της ενεργειακής απόδοσης
των συσκευών και οι πιο
αποδοτικές βιομηχανικές
διαδικασίες συμβάλλουν
στη συγκράτηση της
κατανάλωσης.
Παρά την έως τώρα
ανθεκτικότητα, παραμένει
το ερώτημα για το πόσο
ακόμη μπορεί να αντέξει
η διεθνής οικονομία
διαδοχικά σοκ. Όπως
επισημαίνουν
οικονομολόγοι, οι
επιπτώσεις της
πανδημίας, της
ενεργειακής κρίσης και
των εμπορικών εντάσεων
έχουν αφήσει μόνιμα
σημάδια, όπως χαμηλότερα
επίπεδα επενδύσεων,
περιορισμένη εμπιστοσύνη
και μειωμένα
δημοσιονομικά περιθώρια
για νέες παρεμβάσεις.
Πηγή: The Wall
Street Journal
|