|
Η αύξηση των
δημοσιονομικών
ελλειμμάτων αποτελεί
βασικό παράγοντα πίσω
από τη διεύρυνση του
δανεισμού. Οι
κυβερνήσεις καλούνται να
χρηματοδοτήσουν
αυξημένες αμυντικές
δαπάνες, έργα υποδομών
και επενδύσεις στην
πράσινη μετάβαση, ενώ
παράλληλα αντιμετωπίζουν
τις πιέσεις που
προκαλούν η γήρανση του
πληθυσμού και το
υψηλότερο κόστος
εξυπηρέτησης του χρέους.
Όπως επισημαίνουν
αναλυτές της
Danske
Bank,
οι διευρυμένες ανάγκες
χρηματοδότησης
συνδέονται άμεσα με τη
συνεχιζόμενη αύξηση των
δημόσιων δαπανών σε
στρατηγικούς τομείς της
οικονομίας.
Στην Ευρώπη, η χαλάρωση
των δημοσιονομικών
κανόνων της Ευρωπαϊκής
Ένωσης έχει διευκολύνει
τις κυβερνήσεις να
προχωρήσουν σε νέες
εκδόσεις χρέους. Η
Γερμανία, για
παράδειγμα, έχει
αναθεωρήσει το
δημοσιονομικό της
πλαίσιο προκειμένου να
χρηματοδοτήσει μεγάλης
κλίμακας επενδύσεις σε
άμυνα και υποδομές, ενώ
συνολικά οι ευρωπαϊκές
χώρες διαθέτουν
εκατοντάδες
δισεκατομμύρια ευρώ για
την ενίσχυση της
ασφάλειας και της
ενεργειακής αυτονομίας
τους.
Πρωταγωνίστρια στις
κοινοπρακτικές εκδόσεις
παραμένει η Ιταλία, η
οποία για όγδοη φορά την
τελευταία δεκαετία
συγκαταλέγεται στους
μεγαλύτερους εκδότες
παγκοσμίως, έχοντας ήδη
αντλήσει σχεδόν 70 δισ.
ευρώ κατά το πρώτο
εξάμηνο του έτους.
Παράλληλα, η Γερμανία
έχει συγκεντρώσει 14
δισ. ευρώ μέσω τριών
κοινοπρακτικών εκδόσεων,
ενώ χώρες όπως το
Ηνωμένο Βασίλειο, το
Βέλγιο και η Σερβία
προχώρησαν στις
μεγαλύτερες συναλλαγές
της ιστορίας τους. Στους
σημαντικότερους εκδότες
συγκαταλέγονται επίσης η
Αυστραλία και το Μεξικό.
Η επενδυτική ζήτηση
παραμένει ισχυρή,
ιδιαίτερα για τίτλους
μικρότερης διάρκειας,
γεγονός που επιτρέπει
στις κυβερνήσεις να
καλύπτουν τόσο τις
τρέχουσες χρηματοδοτικές
ανάγκες όσο και τις
αναχρηματοδοτήσεις
χρέους που λήγει. Οι
αγορές εξακολουθούν να
απορροφούν μεγάλους
όγκους νέων εκδόσεων, αν
και οι επενδυτές
απαιτούν πλέον
υψηλότερες αποδόσεις.
Ενδεικτικά, η δημοπρασία
30ετών αμερικανικών
ομολόγων τον Μάιο
κατέγραψε απόδοση άνω
του 5% για πρώτη φορά
από το 2007, ενώ το
Ηνωμένο Βασίλειο
προσέλκυσε ρεκόρ ζήτησης
για έκδοση 15 δισ.
λιρών, χάρη στις
ιδιαίτερα ελκυστικές
αποδόσεις των βρετανικών
κρατικών τίτλων.
Σημαντικό μέρος της
φετινής έκρηξης στις
εκδόσεις συνδέεται και
με τις αυξημένες ανάγκες
αναχρηματοδότησης
ομολόγων που είχαν
εκδοθεί κατά την περίοδο
της πανδημίας και πλέον
λήγουν. Σύμφωνα με
ανάλυση της
Natixis,
οι συναλλαγές
αναχρηματοδότησης
κρατικών εκδοτών της
ευρωζώνης αυξήθηκαν κατά
26% φέτος, ποσοστό
σημαντικά υψηλότερο από
την αύξηση των συνολικών
κοινοπρακτικών εκδόσεων.
Παράλληλα, υπάρχουν
ενδείξεις ότι αρκετές
χώρες επιδιώκουν να
«κλειδώσουν» το κόστος
δανεισμού σε τρέχοντα
επίπεδα, πριν
ενδεχόμενες νέες
αυξήσεις επιτοκίων
επιβαρύνουν περαιτέρω
τις συνθήκες
χρηματοδότησης.
Η εικόνα αυτή
επιβεβαιώνει ότι οι
κυβερνήσεις εισέρχονται
σε μια περίοδο αυξημένων
δανειακών αναγκών, όπου
η διαχείριση του χρέους,
η πορεία των επιτοκίων
και η διατήρηση της
εμπιστοσύνης των
επενδυτών θα αποτελέσουν
κρίσιμους παράγοντες για
τη δημοσιονομική
σταθερότητα των επόμενων
ετών.

|