|
Η εξέλιξη αυτή έρχεται
σε ιδιαίτερα κρίσιμο
timing,
καθώς οι προμηθευτές
ανακοινώνουν τις
χρεώσεις των πράσινων
τιμολογίων για τον
Σεπτέμβριο και καλούνται
να αποφασίσουν πόσο από
το αυξημένο κόστος θα
απορροφήσουν και πόσο θα
μετακυλίσουν στους
καταναλωτές.
Από τα 116 στα 174 ευρώ
μέσα σε λίγες ημέρες
Η ταχύτητα με την οποία
αυξάνονται οι τιμές
είναι ίσως το πιο
ανησυχητικό στοιχείο.
Στις 29 Αυγούστου η μέση
χονδρεμπορική τιμή ήταν
116,61 ευρώ/MWh.
Μία ημέρα αργότερα
αυξήθηκε στα 124,35 ευρώ
και στις 31 Αυγούστου
εκτινάχθηκε στα 171,24
ευρώ.
Με την τιμή της 1ης
Σεπτεμβρίου στα 174,68
ευρώ/MWh,
η αγορά βρίσκεται πλέον
σε επίπεδα περίπου
50% υψηλότερα
από εκείνα της 29ης
Αυγούστου.
Η απότομη αυτή μεταβολή
αυξάνει την αβεβαιότητα
για τους παρόχους, καθώς
δεν είναι εύκολο να
εκτιμηθεί εάν πρόκειται
για ένα προσωρινό
επεισόδιο έντονης
μεταβλητότητας ή για την
αρχή μιας νέας περιόδου
υψηλότερων τιμών.
Το κρίσιμο ερώτημα: πόσο
θα περάσει στον
καταναλωτή;
Οι πάροχοι βρίσκονται
πλέον μπροστά σε μια
δύσκολη εξίσωση.
Από τη μία πλευρά, η
απότομη αύξηση της
χονδρεμπορικής αγοράς
δημιουργεί πραγματικό
κόστος. Από την άλλη, η
πλήρης μετακύλισή του
στους καταναλωτές θα
μπορούσε να οδηγήσει σε
σημαντικές αυξήσεις των
τιμολογίων.
Τον Αύγουστο, τα πράσινα
ειδικά τιμολόγια
κινούνταν περίπου μεταξύ
14,7 και 23
λεπτών ανά
kWh.
Το κατά πόσο οι νέες
χρεώσεις του Σεπτεμβρίου
θα κινηθούν υψηλότερα θα
εξαρτηθεί όχι μόνο από
τη χονδρεμπορική τιμή,
αλλά και από την
εμπορική πολιτική κάθε
προμηθευτή.
Σημαντικό ρόλο θα
παίξουν επίσης οι
εκτιμήσεις των εταιρειών
για την πορεία της
αγοράς τις επόμενες
εβδομάδες.
Εάν οι πάροχοι θεωρούν
ότι η άνοδος είναι
προσωρινή, μπορεί να
απορροφήσουν μέρος της
επιβάρυνσης. Εάν όμως
εκτιμούν ότι οι υψηλές
τιμές θα διατηρηθούν,
τότε οι πιέσεις για
αυξήσεις στα τιμολόγια
θα είναι πολύ
μεγαλύτερες.
Τι έχει αλλάξει στην
αγορά ηλεκτρικής
ενέργειας
Η άνοδος των τελευταίων
ημερών συνδέεται με τις
συνθήκες που έχουν
διαμορφωθεί στις
ευρωπαϊκές αγορές
ηλεκτρισμού.
Προβλήματα στην
ηλεκτροπαραγωγή και
περιορισμένη
διαθεσιμότητα ορισμένων
μονάδων έχουν περιορίσει
τα περιθώρια προσφοράς,
την ώρα που οι
ενεργειακές αγορές
παραμένουν ιδιαίτερα
ευαίσθητες στις
γεωπολιτικές εξελίξεις.
Η Ελλάδα διαθέτει ένα
σημαντικό πλεονέκτημα,
καθώς η υψηλή συμμετοχή
των ΑΠΕ στην
ηλεκτροπαραγωγή μπορεί
να λειτουργήσει ως
«ανάχωμα» στις αυξήσεις.
Όταν όμως η παραγωγή από
φωτοβολταϊκά και αιολικά
υποχωρεί, το κενό
καλύπτεται σε μεγάλο
βαθμό από μονάδες
φυσικού αερίου. Και εκεί
βρίσκεται ένα από τα
βασικά προβλήματα της
σημερινής συγκυρίας.
Το φυσικό αέριο
ξαναβάζει φωτιά στην
αγορά
Παράλληλα με την άνοδο
του ηλεκτρισμού, ισχυρές
πιέσεις καταγράφονται
και στο φυσικό αέριο.
Το TTF
κινείται πλέον πάνω από
τα 66 ευρώ/MWh,
όταν τον Φεβρουάριο
βρισκόταν περίπου στα 29
ευρώ/MWh.
Μάλιστα, στις 31
Αυγούστου η τιμή έφτασε
στα 70,36 ευρώ/MWh,
σημειώνοντας ημερήσια
άνοδο άνω του 5%.
Πρόκειται για εξέλιξη
ιδιαίτερα σημαντική για
την Ελλάδα, καθώς το
φυσικό αέριο εξακολουθεί
να διαδραματίζει κομβικό
ρόλο στην
ηλεκτροπαραγωγή.
Οι ανησυχίες για την
πορεία των ενεργειακών
αγορών εντείνονται από
τις γεωπολιτικές
εξελίξεις και ειδικότερα
από τον κίνδυνο
παρατεταμένων
προβλημάτων στις
μεταφορές ενέργειας μέσω
της περιοχής του
Περσικού Κόλπου.
Παράλληλα, οι υψηλές
θερμοκρασίες στην Ευρώπη
ενισχύουν τη ζήτηση για
ηλεκτρική ενέργεια μέσω
της χρήσης
κλιματιστικών,
διατηρώντας την πίεση
στην αγορά.
Ο δύσκολος χειμώνας που
φοβούνται οι αγορές
Το μεγαλύτερο ερώτημα
πλέον αφορά το τι θα
συμβεί τους επόμενους
μήνες.
Η εποχική υποχώρηση της
ζήτησης κατά το
φθινόπωρο θα μπορούσε να
λειτουργήσει
σταθεροποιητικά και να
οδηγήσει σε αποκλιμάκωση
των τιμών ηλεκτρικής
ενέργειας.
Ωστόσο, όσο πλησιάζει ο
χειμώνας, η εικόνα
μπορεί να αλλάξει ξανά.
Η ζήτηση αυξάνεται, οι
καιρικές συνθήκες
αποκτούν μεγαλύτερη
σημασία και η
διαθεσιμότητα φυσικού
αερίου γίνεται κρίσιμος
παράγοντας για ολόκληρη
την ευρωπαϊκή αγορά.
Δεν είναι τυχαίο ότι
στην αγορά έχουν αρχίσει
να διατυπώνονται ακόμη
και εκτιμήσεις για
TTF
στα 100 ευρώ/MWh,
επίπεδο που θα
προκαλούσε πολύ
ισχυρότερες πιέσεις στο
κόστος ηλεκτρικής
ενέργειας.
Η Ελλάδα εξάγει ρεύμα,
αλλά δεν είναι
απομονωμένη
Η Ελλάδα έχει πλέον
ενισχύσει σημαντικά την
εξωστρέφεια της
ηλεκτροπαραγωγής της και
έχει περάσει σε θέση
καθαρού εξαγωγέα
ηλεκτρικής ενέργειας.
Αυτό αποτελεί σημαντική
αλλαγή και προσφέρει ένα
επιπλέον «μαξιλάρι» στην
εγχώρια αγορά.
Δεν σημαίνει όμως ότι η
Ελλάδα μπορεί να
αποσυνδεθεί από τις
ευρωπαϊκές εξελίξεις.
Οι αγορές ηλεκτρικής
ενέργειας είναι πλέον
στενά διασυνδεδεμένες
και οι υψηλές τιμές στις
γειτονικές χώρες
επηρεάζουν και την
ελληνική αγορά.
Παράλληλα, όταν
περιορίζεται η παραγωγή
από ΑΠΕ, η εξάρτηση από
το φυσικό αέριο
αυξάνεται.
Έτσι, η υψηλή παραγωγή
ΑΠΕ μπορεί να περιορίζει
το κόστος, αλλά δεν
αρκεί από μόνη της για
να εξουδετερώσει ένα
ευρωπαϊκό ενεργειακό
σοκ.
Η νέα δοκιμασία για
νοικοκυριά και
επιχειρήσεις
Η απότομη άνοδος της
χονδρεμπορικής αγοράς
δεν σημαίνει αυτομάτως
ότι οι λογαριασμοί του
Σεπτεμβρίου θα αυξηθούν
αντίστοιχα. Η τελική
επιβάρυνση θα εξαρτηθεί
από τις αποφάσεις των
προμηθευτών, τις
κρατικές παρεμβάσεις και
κυρίως από το εάν το
σημερινό άλμα αποδειχθεί
προσωρινό ή διατηρηθεί.
Ωστόσο, η εικόνα των
τελευταίων ημερών είναι
ένα σαφές
προειδοποιητικό σήμα.
Το ηλεκτρικό ρεύμα
ξεκινά τον Σεπτέμβριο με
χονδρεμπορική τιμή κοντά
στα 175 ευρώ/MWh,
την ώρα που και το
φυσικό αέριο κινείται σε
υψηλά επίπεδα.
Εάν η τάση αυτή
συνεχιστεί, το
ενεργειακό κόστος θα
επιστρέψει δυναμικά στο
επίκεντρο της
οικονομίας,
επιβαρύνοντας νοικοκυριά
και επιχειρήσεις και
δημιουργώντας νέες
πιέσεις στον πληθωρισμό.
Και το κρίσιμο πλέον δεν
είναι μόνο πόσο ψηλά
μπορεί να φτάσει η τιμή
του ρεύματος.
Είναι εάν η Ευρώπη
οδεύει προς έναν νέο
κύκλο υψηλού ενεργειακού
κόστους λίγο πριν μπει
στον χειμώνα.
|