|
Ωστόσο, τα περιθώρια για
δημοσιονομικές
παρεμβάσεις είναι
περιορισμένα, ενώ
παραμένει ανοιχτό το
ζήτημα της ευρωπαϊκής
αντιμετώπισης της
ενεργειακής κρίσης και
της μεγαλύτερης
ευελιξίας που ζητά η
Ελλάδα για τη διάθεση
των διαθέσιμων πόρων.
Το εκρηκτικό μείγμα πίσω
από τις τιμές του
ρεύματος
Τέσσερις βασικοί
παράγοντες διαμορφώνουν
τις σημερινές συνθήκες
στην αγορά ηλεκτρικής
ενέργειας, θυμίζοντας σε
αρκετά σημεία την
ενεργειακή κρίση του
2022-2023. Η ένταση,
πάντως, παραμένει
χαμηλότερη από εκείνη
της προηγούμενης κρίσης,
όταν οι τιμές είχαν
φτάσει ακόμη και στα
600-700 ευρώ/MWh.
Ανάχωμα στις αυξήσεις
μπορούν να αποτελέσουν
οι ανανεώσιμες πηγές
ενέργειας, όταν η
παραγωγή τους κινείται
σε υψηλά επίπεδα.
Ενδεικτική είναι η
αύξηση κατά 70% σε
ετήσια βάση στην
παραγωγή των
φωτοβολταϊκών, η οποία
συμβάλλει στη συγκράτηση
του κόστους όταν οι
καιρικές συνθήκες
ευνοούν την παραγωγή.
Πρώτος παράγοντας: Το
ακριβό φυσικό αέριο
Η τιμή του φυσικού
αερίου έχει
σταθεροποιηθεί το
τελευταίο διάστημα στην
περιοχή των 80-90 ευρώ/MWh,
σχεδόν τριπλάσια σε
σύγκριση με έναν χρόνο
νωρίτερα. Τον Οκτώβριο
του 2025, η τιμή του
κινούνταν περίπου στα 32
ευρώ/MWh,
γεγονός που αντιστοιχεί
σε ετήσια αύξηση της
τάξης του 177%.
Η άνοδος του φυσικού
αερίου επιβαρύνει άμεσα
το κόστος
ηλεκτροπαραγωγής από τις
μονάδες που
χρησιμοποιούν το
συγκεκριμένο καύσιμο. Οι
επιπτώσεις γίνονται
εντονότερες τις βραδινές
ώρες, όταν η ζήτηση
αυξάνεται και τα
φωτοβολταϊκά δεν μπορούν
πλέον να συνεισφέρουν
στην κάλυψή της. Καθώς,
μάλιστα, η διάρκεια της
ημέρας περιορίζεται, η
αγορά γίνεται
περισσότερο ευάλωτη σε
περιόδους χαμηλής
παραγωγής από ΑΠΕ.
Η διαφορά που μπορεί να
κάνει η παραγωγή των
ανανεώσιμων πηγών
αποτυπώνεται στις
ημερήσιες τιμές. Όταν η
συνεισφορά τους είναι
υψηλή, η μέση τιμή
μπορεί να συγκρατείται
κοντά ή λίγο πάνω από τα
100 ευρώ/MWh.
Αντίθετα, όταν η
παραγωγή υποχωρεί, οι
τιμές μπορούν να
κινηθούν πάνω από τα 200
ευρώ/MWh.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η
14η Οκτωβρίου, όταν οι
ΑΠΕ κάλυπταν το 66,41%
του μείγματος
ηλεκτροπαραγωγής και οι
μονάδες φυσικού αερίου
το 20,79%. Η μέση
χονδρεμπορική τιμή
διαμορφώθηκε τότε στα
138,95 ευρώ/MWh.
Έξι ημέρες αργότερα, η
τιμή εκτινάχθηκε κατά
περίπου 110 ευρώ/MWh,
καθώς το μερίδιο των ΑΠΕ
υποχώρησε στο 42,84%,
ενώ η συμμετοχή του
φυσικού αερίου αυξήθηκε
περίπου στο 39%.
Δεύτερος παράγοντας: Η
περιορισμένη
υδροηλεκτρική παραγωγή
Σημαντική πίεση στην
αγορά ασκεί και η χαμηλή
παραγωγή των
υδροηλεκτρικών σταθμών.
Στη Νοτιοανατολική
Ευρώπη καταγράφεται
μείωση κατά 31% σε σχέση
με το 2025, μια χρονιά
που επίσης
χαρακτηρίστηκε από
δυσμενείς υδρολογικές
συνθήκες.
Η καλοκαιρινή ξηρασία
δεν ακολουθήθηκε από τις
αναγκαίες φθινοπωρινές
βροχοπτώσεις, με
αποτέλεσμα τα αποθέματα
νερού στους ταμιευτήρες
να παραμένουν χαμηλά.
Υπό αυτές τις συνθήκες,
οι υδροηλεκτρικές
μονάδες καλούνται να
συνεισφέρουν στην κάλυψη
της ζήτησης, παρά την
περιορισμένη
διαθεσιμότητα υδάτινων
πόρων.
Η σημασία του νερού,
ωστόσο, δεν περιορίζεται
στην υδροηλεκτρική
παραγωγή. Η πτώση της
στάθμης των ποταμών
μπορεί να επηρεάσει και
την παραγωγή πυρηνικής
ενέργειας, αυξάνοντας
την εξάρτηση του
ενεργειακού συστήματος
από άλλες πηγές. Το
αποτέλεσμα είναι να
περιορίζονται τα
διαθέσιμα περιθώρια
προσφοράς σε μια περίοδο
κατά την οποία η ζήτηση
αρχίζει να ενισχύεται.
Τρίτος παράγοντας: Η
υποχώρηση της πυρηνικής
παραγωγής
Στη Νοτιοανατολική
Ευρώπη, η πυρηνική
παραγωγή εμφανίζει
ετήσια μείωση κατά 15%,
επιβαρύνοντας περαιτέρω
την ισορροπία της
αγοράς.
Στη Ρουμανία, η μονάδα
του Τσερναβόντα, ισχύος
1,4 GW,
παραμένει εκτός
λειτουργίας από το
καλοκαίρι εξαιτίας της
χαμηλής στάθμης του
Δούναβη. Παράλληλα, στο
πλαίσιο
προγραμματισμένων
εργασιών συντήρησης,
έχει τεθεί εκτός
λειτουργίας το 50% της
δυναμικότητας του
πυρηνικού σταθμού του
Κοζλοντούι στη
Βουλγαρία, συνολικής
ισχύος 2 GW,
καθώς και αντίστοιχο
ποσοστό της μονάδας Πακς
στην Ουγγαρία, επίσης
ισχύος 2 GW.
Η απώλεια αυτής της
παραγωγής δημιουργεί
κενά στην ηλεκτροδότηση
κυρίως της Ρουμανίας και
της Ουγγαρίας, σε μια
περίοδο αυξημένων
αναγκών. Μέρος της
ζήτησης καλύπτεται μέσω
εισαγωγών από τις
γειτονικές αγορές, με
την Ελλάδα να εξάγει
σημαντικές ποσότητες
ηλεκτρικής ενέργειας
προς τη Βουλγαρία και τη
Βουλγαρία να διοχετεύει
ενέργεια προς τη
Ρουμανία.
Η αυξημένη ζήτηση σε
συνδυασμό με τη μειωμένη
διαθέσιμη παραγωγή
αποτυπώνεται στις τιμές
της ευρύτερης περιοχής.
Η χονδρεμπορική τιμή στη
Βουλγαρία προσεγγίζει τα
300 ευρώ/MWh,
στη Ρουμανία έχει
ξεπεράσει αυτό το
επίπεδο και
διαμορφώνεται στα 307,24
ευρώ/MWh,
ενώ στην Ουγγαρία φτάνει
τα 326,57 ευρώ/MWh.
Με βάση τις τιμές της
συγκεκριμένης ημέρας, η
Ελλάδα, στο τέλος του
ενεργειακού άξονα
Ουγγαρίας – Ρουμανίας –
Βουλγαρίας – Ελλάδας,
καταγράφει την υψηλότερη
τιμή ηλεκτρικής
ενέργειας στην Ευρώπη.
Τέταρτος παράγοντας: Η
άνοδος των δικαιωμάτων
εκπομπών CO₂
Επιπλέον επιβάρυνση στο
κόστος ηλεκτροπαραγωγής
προκαλεί η άνοδος των
δικαιωμάτων εκπομπών
διοξειδίου του άνθρακα.
Οι τιμές τους έχουν
κινηθεί κοντά στα 86
ευρώ ανά τόνο, από
περίπου 70 ευρώ στην
αρχή του πολέμου στον
Περσικό Κόλπο.
Στα σημερινά επίπεδα, το
κόστος των δικαιωμάτων
εκπομπών επιβαρύνει κατά
περίπου 30 ευρώ/MWh
τη λειτουργία μιας
μονάδας ηλεκτροπαραγωγής
με φυσικό αέριο. Η
άνοδος αποδίδεται στην
αυξημένη κατανάλωση
φυσικού αερίου στην
Ευρώπη, σε συνδυασμό με
την περιορισμένη
προσφορά δικαιωμάτων
στην ευρωπαϊκή αγορά.
Ο συνδυασμός των υψηλών
τιμών φυσικού αερίου,
της χαμηλής
υδροηλεκτρικής
παραγωγής, της μειωμένης
διαθεσιμότητας πυρηνικής
ενέργειας και του
αυξημένου κόστους
CO₂
δημιουργεί ένα
περιβάλλον στο οποίο οι
τιμές ηλεκτρισμού
μπορούν να εμφανίζουν
απότομες μεταβολές μέσα
σε σύντομο χρονικό
διάστημα.
Τα επόμενα βήματα της
κυβέρνησης και το αίτημα
για ευρωπαϊκή ευελιξία
Η σημερινή εικόνα
παραπέμπει σε επίπεδα
τιμών που είχαν
εμφανιστεί σε μεγάλη
έκταση στην Ελλάδα στις
αρχές του 2023, κατά την
προηγούμενη ενεργειακή
κρίση, όταν είχαν
ενεργοποιηθεί οριζόντιες
επιδοτήσεις στους
λογαριασμούς ηλεκτρικού
ρεύματος.
Η πίεση δεν
περιορίζεται, άλλωστε,
στην αγορά ηλεκτρισμού.
Οι τιμές της βενζίνης
και του πετρελαίου
θέρμανσης και κίνησης
εξακολουθούν να
επιβαρύνουν νοικοκυριά
και επιχειρήσεις, παρά
τις παρεμβάσεις που
εφαρμόζει η κυβέρνηση
στην αντλία με ορίζοντα
15 ημερών.
Εφόσον η ανοδική πορεία
των τιμών συνεχιστεί, το
ερώτημα για την
κυβέρνηση είναι κατά
πόσο θα χρειαστεί να
ενεργοποιήσει πρόσθετα
μέτρα στήριξης και στους
λογαριασμούς ρεύματος. Η
δυνατότητα μιας τέτοιας
παρέμβασης εξαρτάται,
μεταξύ άλλων, από τα
διαθέσιμα δημοσιονομικά
περιθώρια και τις
αποφάσεις σε ευρωπαϊκό
επίπεδο.
Η Αθήνα αναμένεται να
συνεχίσει να διεκδικεί
μεγαλύτερη ευελιξία από
την Ευρωπαϊκή Ένωση,
ώστε οι πόροι που
απελευθερώνονται μέσω
της εθνικής ενεργειακής
ρήτρας διαφυγής να
μπορούν να αξιοποιούνται
και για την άμεση
στήριξη νοικοκυριών και
επιχειρήσεων.
Στο ισχύον πλαίσιο, οι
πόροι αυτοί
κατευθύνονται
υποχρεωτικά σε
μεσοπρόθεσμες και
μακροπρόθεσμες
παρεμβάσεις, όπως η
εξοικονόμηση ενέργειας
και η πράσινη μετάβαση.
Η ελληνική πλευρά ζητά
να μπορεί να διαθέτει
μέρος τους για την
αντιμετώπιση των άμεσων
επιπτώσεων της
ενεργειακής κρίσης,
χωρίς οι σχετικές
δαπάνες να προσμετρώνται
στο όριο των
δημοσιονομικών δαπανών.
Η έκβαση του αιτήματος
παραμένει ανοιχτή. Οι
επόμενες συζητήσεις
αναμένεται να
πραγματοποιηθούν στο
Συμβούλιο των υπουργών
Ενέργειας της ΕΕ στις 29
Οκτωβρίου και, στη
συνέχεια, στην έκτακτη
Σύνοδο Κορυφής που έχει
προγραμματιστεί σχεδόν
έναν μήνα αργότερα.
Μέχρι τότε, η πορεία των
διεθνών τιμών φυσικού
αερίου, η διαθεσιμότητα
των ενεργειακών μονάδων
και οι καιρικές συνθήκες
θα αποτελέσουν κρίσιμους
παράγοντες για τη
διαμόρφωση των τιμών
ηλεκτρικής ενέργειας και
τις αποφάσεις που θα
κληθεί να λάβει η
κυβέρνηση.
|