|
Η αλλαγή αυτή έρχεται σε
μια αγορά όπου οι τιμές
των κατοικιών έχουν
αυξηθεί σημαντικά τα
τελευταία χρόνια,
περιορίζοντας την
πραγματική διαθεσιμότητα
ακινήτων που μπορούσαν
να ενταχθούν στα
προγράμματα.
Περισσότερα διαθέσιμα
σπίτια για τους
δικαιούχους
Η αύξηση του πλαφόν στα
300.000 ευρώ έχει έναν
πολύ συγκεκριμένο στόχο:
να διευρύνει την αγορά
στην οποία μπορούν να
κινηθούν οι δικαιούχοι.
Στα δύο προηγούμενα
προγράμματα, αρκετοί
ενδιαφερόμενοι βρέθηκαν
αντιμέτωποι με ένα
παράδοξο. Παρότι
πληρούσαν τα
εισοδηματικά και λοιπά
κριτήρια, δυσκολεύονταν
να βρουν κατοικίες που
να πληρούν ταυτόχρονα
τις προϋποθέσεις του
προγράμματος και να
βρίσκονται εντός του
ορίου των 250.000 ευρώ.
Η άνοδος των τιμών,
ιδιαίτερα στις μεγάλες
πόλεις και στις περιοχές
με υψηλή ζήτηση,
περιόρισε σημαντικά τη
δεξαμενή των κατάλληλων
ακινήτων.
Με το νέο όριο,
περισσότερες κατοικίες
αναμένεται να μπορούν να
ενταχθούν στο πρόγραμμα,
δίνοντας στους
δικαιούχους μεγαλύτερη
ευελιξία ως προς την
περιοχή, το μέγεθος και
τα χαρακτηριστικά του
ακινήτου.
Περίπου 25.000
νοικοκυριά απέκτησαν
σπίτι
Η μέχρι τώρα πορεία των
δύο προγραμμάτων δείχνει
ότι το «Σπίτι μου» έχει
ήδη αποκτήσει σημαντικό
αποτύπωμα στην αγορά
κατοικίας.
Συνολικά, από τα
«Σπίτι μου
I»
και «Σπίτι μου II»
έχουν αποκτήσει κατοικία
περίπου 25.000
ωφελούμενοι.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά
είναι τα στοιχεία του
δεύτερου προγράμματος,
το οποίο ολοκληρώθηκε
πρόσφατα.
Στο «Σπίτι μου
2» εγκρίθηκαν
15.097 δάνεια,
συνολικού ύψους
1,82 δισ. ευρώ,
ποσό που αντιστοιχεί στο
94,5% του συνολικού
προϋπολογισμού του
προγράμματος.
Το μέσο ύψος του δανείου
ανήλθε σε περίπου
120.400 ευρώ.
Από τις εγκρίσεις αυτές,
οι 14.114
μετατράπηκαν σε
δανειακές συμβάσεις,
συνολικού ύψους 1,54
δισ. ευρώ. Δηλαδή,
περίπου το 93,5%
των εγκεκριμένων
αιτήσεων
προχώρησε τελικά στο
στάδιο της σύμβασης.
Πάνω από €2,15 δισ.
κινητοποιήθηκαν στην
αγορά
Η επίδραση του
προγράμματος δεν
περιορίστηκε στο ποσό
των δανείων.
Η συνολική δημόσια
στήριξη ανήλθε σε
943,2 εκατ. ευρώ,
εκ των οποίων 909,2
εκατ. ευρώ αφορούσαν τη
συμμετοχή στα δάνεια και
34,1 εκατ. ευρώ την
επιδότηση επιτοκίου.
Με αυτά τα κεφάλαια
κινητοποιήθηκαν αγορές
κατοικιών συνολικής
αξίας άνω των
2,15 δισ. ευρώ.
Η μέση εμπορική αξία των
ακινήτων που αποκτήθηκαν
μέσω του «Σπίτι μου 2»
διαμορφώθηκε στα
152.100 ευρώ,
ενώ το μέσο εμβαδόν ήταν
88,5 τετραγωνικά
μέτρα.
Τα μεγέθη αυτά δείχνουν
ότι το πρόγραμμα δεν
κατευθύνθηκε
αποκλειστικά προς πολύ
μικρές κατοικίες, αλλά
επέτρεψε σε αρκετά
νοικοκυριά να αποκτήσουν
οικογενειακού μεγέθους
ακίνητα.
Ποιοι ήταν οι δικαιούχοι
Τα στοιχεία του «Σπίτι
μου 2» αποκαλύπτουν
επίσης το κοινωνικό
προφίλ των ωφελούμενων.
Περίπου δύο
στους τρεις δικαιούχους,
ή 66,6%, είχαν ετήσιο
εισόδημα έως 24.000 ευρώ.
Αντίθετα, μόλις 0,58%
είχαν εισόδημα άνω των
44.000 ευρώ.
Η μέση ηλικία των
ωφελούμενων ήταν τα
38 έτη,
ενώ το 41% ήταν ηλικίας
έως 36 ετών.
Σημαντική είναι και η
οικογενειακή σύνθεση. Το
58,45%
ήταν έγγαμοι ή
βρίσκονταν σε σύμφωνο
συμβίωσης, ενώ περίπου
7% των
ωφελούμενων αφορούσε
μονογονεϊκές
οικογένειες, δηλαδή
περίπου 1.060
νοικοκυριά.
Παράλληλα, περισσότεροι
από 1.660
ωφελούμενοι
ανήκαν σε οικογένειες με
τρία ή περισσότερα
παιδιά, οι οποίες
μπορούσαν να επωφεληθούν
από ακόμη μεγαλύτερη
μείωση του επιτοκίου.
Στο πρόγραμμα
συμμετείχαν επίσης
108 ωφελούμενοι
με αναπηρία.
Το μεγάλο στοίχημα του
«Σπίτι μου 3»
Το νέο πρόγραμμα ξεκινά
σε μια διαφορετική αγορά
από εκείνη στην οποία
σχεδιάστηκαν τα πρώτα
δύο.
Οι τιμές των κατοικιών
έχουν αυξηθεί σημαντικά,
ενώ σε αρκετές περιοχές
η προσφορά ακινήτων που
μπορούν να αγοραστούν
από νοικοκυριά μεσαίου
εισοδήματος έχει
περιοριστεί αισθητά.
Επομένως, η αύξηση του
ορίου στα
300.000 ευρώ
μπορεί να αποδειχθεί
καθοριστική, εφόσον
συνοδευτεί και από
επαρκή αριθμό διαθέσιμων
ακινήτων.
Το ζητούμενο πλέον δεν
είναι μόνο να υπάρχουν
φθηνά ή επιδοτούμενα
δάνεια. Είναι να
υπάρχουν και
κατοικίες που οι
δικαιούχοι μπορούν
πραγματικά να αγοράσουν.
Το «Σπίτι μου 2»
απέδειξε ότι υπάρχει
ισχυρή ζήτηση για
στεγαστική χρηματοδότηση
και ότι σημαντικός
αριθμός νέων και
οικογενειών μπορεί να
αξιοποιήσει τέτοια
εργαλεία.
Το «Σπίτι μου 3»
καλείται τώρα να
αντιμετωπίσει το
δυσκολότερο σκέλος της
εξίσωσης: την
απόσταση που έχει
δημιουργηθεί ανάμεσα στα
διαθέσιμα εισοδήματα και
στις τιμές των κατοικιών.
|