|
Ενδεικτικά, η πιο
επιβαρυμένη περίπτωση
καταγράφεται στη
Λισαβόνα, όπου το μέσο
ενοίκιο για διαμέρισμα
50 τ.μ. στο κέντρο
φτάνει τα 1.330 ευρώ,
σχεδόν όσο και ο μέσος
καθαρός μισθός (1.411
ευρώ), με αποτέλεσμα η
στεγαστική δαπάνη να
αντιστοιχεί σε περίπου
99% του εισοδήματος. Το
στοιχείο αυτό καθιστά
πρακτικά εξαιρετικά
δύσκολη τη μονοπρόσωπη
κατοίκηση στο κέντρο της
πόλης και εξηγεί τη
μετατόπιση της ζήτησης
προς τα προάστια.
Σε γενικές γραμμές, στις
περισσότερες ευρωπαϊκές
πόλεις τα κέντρα
αποτελούν τις
ακριβότερες περιοχές
κατοικίας, λόγω της
συγκέντρωσης οικονομικής
δραστηριότητας,
τουρισμού και υποδομών.
Ωστόσο, στην περίπτωση
της Αθήνας, οι
υψηλότερες τιμές
καταγράφονται κυρίως στα
νότια και δευτερευόντως
στα βόρεια προάστια, τα
οποία μαζί με το κέντρο
συγκεντρώνουν τη
μεγαλύτερη ζήτηση. Η
σχετική υποβάθμιση
ορισμένων περιοχών του
κέντρου, η κυκλοφοριακή
επιβάρυνση και η
παλαιότητα του κτιριακού
αποθέματος έχουν
συμβάλει στη μετακίνηση
μέρους της ζήτησης προς
νεότερες και ποιοτικά
αναβαθμισμένες περιοχές
του λεκανοπεδίου.
Σύμφωνα με την ίδια
ανάλυση της
Numbeo,
ιδιαίτερα έντονη
στεγαστική πίεση
καταγράφεται στη Νότια
Ευρώπη, με χώρες όπως η
Πορτογαλία, η Ισπανία
και η Ιταλία να
εμφανίζουν υψηλά ποσοστά
επιβάρυνσης του
εισοδήματος από τα
ενοίκια. Ενδεικτικά, στη
Μάλαγα το μέσο ενοίκιο
για κατοικία 50 τ.μ.
ανέρχεται σε 1.195 ευρώ
έναντι μέσου μισθού
1.580 ευρώ, ενώ στη
Βαρκελώνη το κόστος
στέγασης απορροφά
περίπου το 70% του
εισοδήματος.
Στο Πόρτο, το μέσο
ενοίκιο έχει αυξηθεί
κατά 9,4% τον τελευταίο
χρόνο και διαμορφώνεται
στα 1.108 ευρώ,
ξεπερνώντας σε μεγάλο
βαθμό τον μέσο μισθό των
1.300 ευρώ. Ακόμη και
στο Λονδίνο, παρά τα
υψηλότερα εισοδήματα, το
κόστος ενοικίασης 50
τ.μ. (2.570 ευρώ)
αντιστοιχεί σε περίπου
62% του μέσου καθαρού
μισθού (4.158 ευρώ),
αποτυπώνοντας τη
γενικευμένη πίεση στο
στεγαστικό κόστος σε
μεγάλες ευρωπαϊκές
πόλεις.
|