|
Τι άλλαξε το 2026
Η κατάταξη της Ελλάδας
στον Δείκτη Διεθνούς
Φορολογικής
Ανταγωνιστικότητας 2026,
παραμένει αμετάβλητη σε
σχέση με το 2025, παρότι
η συνολική βαθμολογία
της χώρας αυξήθηκε σε
65,9 στα 100, έναντι
65,7 την προηγούμενη
χρονιά. Ο δείκτης δεν
αξιολογεί αποκλειστικά
το ύψος των φορολογικών
συντελεστών, αλλά και
τον τρόπο με τον οποίο
είναι σχεδιασμένο το
φορολογικό σύστημα: πόσο
ανταγωνιστικό, ουδέτερο
και αποτελεσματικό είναι
για τις επενδύσεις και
τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Συνολικά η έκδοση του
Tax
Foundation
και του ΚΕΦΙΜ εξετάζει
38 χώρες του ΟΟΣΑ με
περισσότερες από 40
μεταβλητές,
κατανεμημένες σε πέντε
κατηγορίες: εταιρική
φορολόγηση, φορολόγηση
φυσικών προσώπων, φόρους
κατανάλωσης, φόρους
ιδιοκτησίας και κανόνες
διασυνοριακής
φορολόγησης.
Η Ελλάδα κατατάσσεται 5η
στη φορολόγηση φυσικών
προσώπων, 22η στην
εταιρική φορολόγηση, 29η
στη φορολόγηση της
κατανάλωσης, 30η στους
φόρους επί της
ιδιοκτησίας και 19η
στους κανόνες
διασυνοριακής
φορολόγησης.
Το σχετικό πλεονέκτημα
του ελληνικού συστήματος
εντοπίζεται στη
φορολόγηση φυσικών
προσώπων.
Οι συντάκτες της
μελέτης, ξεχωρίζουν ως
ορισμένα από τα πιο
ισχυρά σημεία του
φορολογικού συστήματος
της Ελλάδας, τα εξής:
- Ο καθαρός φορολογικός
συντελεστής φυσικών
προσώπων επί μερισμάτων,
στο 5%, είναι σημαντικά
χαμηλότερος από τον μέσο
όρο του ΟΟΣΑ (24,7%) και
τα κεφαλαιακά κέρδη από
εισηγμένες μετοχές χωρίς
ουσιαστική συμμετοχή
στην ιδιοκτησία
απαλλάσσονται από τη
φορολογία.
- Ο συντελεστής
φορολόγησης εταιρικού
εισοδήματος στο 22%
είναι χαμηλότερος από
τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ
(24,2%).
- Οι κανονισμοί
Ελεγχόμενων Αλλοδαπών
Εταιρειών στην Ελλάδα
είναι μετριοπαθείς και
εφαρμόζονται μόνο στο
παθητικό εισόδημα.
Ως αδυναμίες του
φορολογικού συστήματος
της Ελλάδας, με βάση τις
οποίες χάνει έδαφος στη
διεθνή κατάταξη η χώρα,
επισημαίνονται τα εξής:
- Η Ελλάδα έχει έναν από
τους υψηλότερους
συντελεστές ΦΠΑ (24%)
και εφαρμόζεται σε μία
από τις πιο
περιορισμένες
φορολογικές βάσεις στον
ΟΟΣΑ, καθώς καλύπτει
μόλις το 44% της τελικής
κατανάλωσης. Οι
συντάκτες της μελέτης
δηλαδή ως αρνητικό
στοιχείο τις πολλές
εξαιρέσεις, μειώσεις και
απαλλαγές από τον υψηλό
ΦΠΑ, με αποτέλεσμα ο
φόρος να καλύπτει μόνο
στο 56% της
καταναλωτικής βάσης στην
οποία -θεωρητικά-
εφαρμόζεται.
Χώρες που εμφανίζουν
μεγάλο αριθμό εξαιρέσεων
και ύπαρξη μειωμένων
συντελεστών -όπως η
Ελλάδα- κατατάσσονται
χαμηλότερα.
'Αλλες χώρες με πιο
«καθαρή βάση» όπου δε
χάνεται ΦΠΑ λόγω
εξαιρέσεων
βαθμολογούνται
υψηλότερα: για
παράδειγμα η Νέα
Ζηλανδία που
κατατάσσεται στην
πεντάδα των χωρών με την
καλύτερη αξιολόγηση, ο
βασικός συντελεστής ΦΠΑ
15% εφαρμόζεται στο 95%
της δυνητικής
φορολογικής βάσης
τελικής κατανάλωσης,
δηλαδή σχεδόν χωρίς
καθόλου απώλειες και
εξαιρέσεις.
- Οι εταιρείες
αντιμετωπίζουν αυστηρούς
περιορισμούς ως προς τα
ποσά των καθαρών ζημιών
χρήσης με τα οποία
μπορούν να
αντισταθμίσουν
μελλοντικά κέρδη.
Επίσης, δεν μπορούν να
χρησιμοποιήσουν ζημιές
για να μειώσουν
προηγούμενο φορολογητέο
εισόδημα.
- Η Ελλάδα επιβάλλει
φόρους στις αυξήσεις
κεφαλαίου, στις
χρηματοοικονομικές
συναλλαγές, στις
μεταβιβάσεις ιδιοκτησίας
και στις κληρονομιές.
Επιβάλλει επίσης εισφορά
στις τράπεζες.
Η διεθνής κατάταξη
Ο Δείκτης δεν αξιολογεί
απλώς πόσο υψηλοί είναι
οι φόροι, αλλά και πόσο
ανταγωνιστικός,
ουδέτερος και
αποτελεσματικός είναι ο
σχεδιασμός του
φορολογικού συστήματος.
Η Εσθονία αναδεικνύεται
για 13η συνεχόμενη
χρονιά, ως η χώρα με το
πλέον ανταγωνιστικό
φορολογικό σύστημα
μεταξύ των χωρών του
ΟΟΣΑ. Ακολουθούν η
Λετονία και η Νέα
Ζηλανδία, ενώ την
τελευταία θέση
καταλαμβάνει η Γαλλία. Η
Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ
της Φινλανδίας, που
καταλαμβάνει την 22η
θέση, και της Χιλής, που
βρίσκεται στην 24η.
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ,
Νίκος Ρώμπαπας, δήλωσε:
«Η φορολογική
ανταγωνιστικότητα ένας
σημαντικός παράγοντας
για την προσέλκυση
επενδύσεων, τη
δημιουργία περισσότερων
και καλύτερα αμειβόμενων
θέσεων εργασίας και την
ενίσχυση της ευημερίας
των πολιτών. Η διατήρηση
της Ελλάδας στην 23η
θέση του Δείκτη
υπενθυμίζει ότι, παρά
τις σημαντικές
βελτιώσεις των
προηγούμενων ετών,
εξακολουθούν να υπάρχουν
περιθώρια για την
ενίσχυση της φορολογικής
ανταγωνιστικότητας της
χώρας. Η φετινή μελέτη
εντοπίζει τα
συγκεκριμένα πεδία στα
οποία μπορούν να γίνουν
παρεμβάσεις, όπως η
διεύρυνση της
φορολογικής βάσης του
ΦΠΑ, ο εξορθολογισμός
των φόρων ιδιοκτησίας
και η βελτίωση των
κανόνων συμψηφισμού
επιχειρηματικών ζημιών».
Η μελέτη του 2026 έχει
συνταχθεί από τους
Alex
Mengden
και Luis
Zarka.
Το Tax
Foundation
είναι ανεξάρτητος
οργανισμός έρευνας σε
θέματα φορολογικής
πολιτικής. Από το 1937,
οι έρευνες και οι
αναλύσεις του συμβάλλουν
στον δημόσιο διάλογο για
τον σχεδιασμό
αποτελεσματικότερων
φορολογικών συστημάτων.
|