|
Ακόμη πιο έντονη ήταν η
αντίδραση στο πολύ μακρύ
άκρο της καμπύλης. Η
απόδοση του 30ετούς
αμερικανικού ομολόγου
υποχώρησε σχεδόν 14
μονάδες βάσης, στο
5,198%, απομακρυνόμενη
σημαντικά από το υψηλό
19 ετών του 5,337% που
είχε αγγίξει την Τρίτη,
σε μία εξαιρετικά
δύσκολη συνεδρίαση για
τις αγορές ομολόγων.
Αντίθετα, οι
βραχυπρόθεσμες αποδόσεις
παρέμειναν ουσιαστικά
αμετάβλητες. Η απόδοση
του 2ετούς
Treasury,
που είναι περισσότερο
ευαίσθητη στις
προσδοκίες για τη
νομισματική πολιτική της
Federal
Reserve,
διαμορφώθηκε περίπου στο
4,169%, έναντι 4,158%
προηγουμένως.
Διπλασιάζονται οι
επαναγορές
μακροπρόθεσμου χρέους
Στο πλαίσιο της νέας
πολιτικής, το
αμερικανικό Υπουργείο
Οικονομικών αυξάνει
τουλάχιστον στο διπλάσιο
το ανώτατο ποσό των
επαναγορών που μπορούν
να πραγματοποιούνται σε
κάθε πράξη για τα
μακροπρόθεσμα ομόλογα.
Το ανώτατο όριο ανά
πράξη αυξάνεται από τα 2
δισ. δολάρια σε
τουλάχιστον 4 δισ.
δολάρια, με επίκεντρο
παλαιότερες εκδόσεις
ομολόγων που δεν
αποτελούν πλέον το πιο
πρόσφατο
benchmark
της αγοράς.
Οι επαναγορές θα αφορούν
ειδικότερα τίτλους στις
περιοχές 10-20 ετών και
20-30 ετών.
Με απλά λόγια, μέσω μιας
επαναγοράς το
αμερικανικό Δημόσιο
λειτουργεί ως αγοραστής
στην αγορά,
χρησιμοποιώντας
διαθέσιμα κεφάλαια για
να αγοράσει παλαιότερα
και λιγότερο εμπορεύσιμα
κρατικά ομόλογα από
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα.
Η αύξηση του ορίου κατά
2 δισ. δολάρια ανά πράξη
λειτουργεί ως ένα
πρόσθετο δίχτυ ασφαλείας
για τράπεζες και
traders
ομολόγων. Εφόσον η αγορά
των μακροπρόθεσμων
τίτλων γίνει λιγότερο
ρευστή, η παρουσία του
αμερικανικού Δημοσίου ως
αγοραστή μπορεί να
περιορίσει τις πιέσεις
στις τιμές και, κατ’
επέκταση, στις
αποδόσεις.
Οι νέοι κανόνες θα
τεθούν σε ισχύ στις 9
Σεπτεμβρίου και θα
παραμείνουν ενεργοί έως
το τέλος του τρέχοντος
τριμήνου
αναχρηματοδότησης, στις
4 Νοεμβρίου.
Περισσότερες
λεπτομέρειες αναμένεται
να δοθούν στην επόμενη
τριμηνιαία ανακοίνωση
του Υπουργείου
Οικονομικών.
Στο επίκεντρο η
ρευστότητα στο
long
end
Αμερικανοί αξιωματούχοι
υπογράμμισαν ότι η
απόφαση αποσκοπεί στην
ενίσχυση της
διαρθρωτικής ρευστότητας
στο μακροπρόθεσμο τμήμα
της καμπύλης αποδόσεων,
όπου οι επενδυτές συχνά
προσφέρουν σημαντικό
όγκο τίτλων προς πώληση.
Η παρέμβαση έρχεται
μόλις μία ημέρα μετά το
ισχυρό παγκόσμιο
sell-off
στην αγορά κρατικών
ομολόγων, το οποίο
δημιούργησε ανησυχίες
για πιθανή μετάδοση των
πιέσεων στις ευρύτερες
πιστωτικές αγορές και
αύξηση του κόστους
δανεισμού για νοικοκυριά
και επιχειρήσεις.
Η χθεσινή αναταραχή
προκλήθηκε από έναν
συνδυασμό παραγόντων. Οι
ανησυχίες για τα
δημοσιονομικά
ελλείμματα, η
αβεβαιότητα γύρω από τη
βιωσιμότητα της
επενδυτικής έκρηξης στην
τεχνητή νοημοσύνη, αλλά
και οι φόβοι για ένα νέο
κύμα πληθωρισμού λόγω
της ενέργειας ενίσχυσαν
τις πιέσεις στα κρατικά
ομόλογα.
Το αποτέλεσμα ήταν οι
αποδόσεις των
μακροπρόθεσμων τίτλων να
κινηθούν σε επίπεδα που
είχαν να καταγραφούν εδώ
και πολλά χρόνια,
προκαλώντας ένα ευρύτερο
repricing
του κόστους χρήματος.
Συμβολική παρέμβαση ή
ουσιαστική αλλαγή;
Παρά τη θετική αντίδραση
της αγοράς, δεν είναι
όλοι οι αναλυτές
πεπεισμένοι ότι η
παρέμβαση του Υπουργείου
Οικονομικών μπορεί να
αλλάξει τη βασική τάση.
Αναλυτές της
Vital
Knowledge
χαρακτήρισαν την κίνηση
σε μεγάλο βαθμό
συμβολική, σημειώνοντας
ότι αποτελεί μια
προσπάθεια στήριξης του
long
end
της καμπύλης μετά την
πρόσφατη εκτίναξη των
αποδόσεων, αλλά
παραμένει σχετικά μικρή
σε σχέση με τις δυνάμεις
που πιέζουν τις
αποδόσεις υψηλότερα.
Και αυτό είναι ίσως το
σημαντικότερο σημείο για
την αγορά.
Η απόφαση του
Treasury
μπορεί να βελτιώσει τη
ρευστότητα και να
περιορίσει τις απότομες
κινήσεις στην αγορά
μακροπρόθεσμου χρέους.
Δεν αντιμετωπίζει όμως
τις βαθύτερες αιτίες που
οδηγούν τους επενδυτές
να απαιτούν υψηλότερες
αποδόσεις.
Τα αυξανόμενα
δημοσιονομικά
ελλείμματα, η μεγάλη
προσφορά κρατικού
χρέους, οι αυξημένες
ανάγκες χρηματοδότησης
και οι πληθωριστικές
πιέσεις από την ενέργεια
εξακολουθούν να
αποτελούν βασικές
προκλήσεις.
Επομένως, η απότομη
υποχώρηση των αποδόσεων
την Τετάρτη μπορεί να
αποτελέσει μια σημαντική
ανάσα για την αγορά,
αλλά δεν σημαίνει
απαραίτητα ότι η ανοδική
τάση των μακροπρόθεσμων
αποδόσεων έχει
αντιστραφεί.
Το κρίσιμο τεστ θα είναι
εάν η αγορά μπορεί να
απορροφήσει τις
τεράστιες νέες εκδόσεις
χρέους με μικρότερη
απαίτηση για term
premium
ή εάν οι επενδυτές θα
συνεχίσουν να ζητούν
ολοένα υψηλότερες
αποδόσεις για να
διακρατούν
μακροπρόθεσμους
αμερικανικούς τίτλους.
|