|
Το
αποτέλεσμα είναι ένα
ολοένα πιο δύσκολο
δίλημμα για τις
ευρωπαϊκές κυβερνήσεις:
είτε θα αυξήσουν τις
εισφορές και θα
περιορίσουν άλλες
δημόσιες δαπάνες είτε θα
προχωρήσουν σε αλλαγές
στα όρια ηλικίας και στο
ύψος των συντάξεων.
Η
Γαλλία στο επίκεντρο της
συνταξιοδοτικής κρίσης
Η
Γαλλία αποτελεί
χαρακτηριστικό
παράδειγμα των πολιτικών
και κοινωνικών δυσκολιών
που συνοδεύουν την
προσπάθεια μεταρρύθμισης
του ασφαλιστικού
συστήματος. Για χρόνια,
οι Γάλλοι εργαζόμενοι
μπορούσαν να αποχωρούν
από την εργασία τους σε
σχετικά νεαρή ηλικία,
συνήθως στα 62 έτη,
λαμβάνοντας σύνταξη που
συνδεόταν με τις
προηγούμενες αποδοχές
τους.
Το
μοντέλο αυτό έχει πλέον
βρεθεί υπό έντονη πίεση,
καθώς το αυξανόμενο
κόστος των
συνταξιοδοτικών παροχών
επιβαρύνει έναν κρατικό
προϋπολογισμό με
περιορισμένα περιθώρια.
Η προσπάθεια του
Εμανουέλ Μακρόν το 2023
να αυξήσει σταδιακά το
όριο ηλικίας από τα 62
στα 64 έτη προκάλεσε
μαζικές αντιδράσεις.
Η
κυβέρνηση προχώρησε στη
μεταρρύθμιση χωρίς την
παραδοσιακή
κοινοβουλευτική
ψηφοφορία,
χρησιμοποιώντας ειδική
συνταγματική διαδικασία.
Ακολούθησαν πολύμηνες
απεργίες, διαδηλώσεις,
προβλήματα στις δημόσιες
συγκοινωνίες και
εκτεταμένα επεισόδια. Η
ένταση των αντιδράσεων
ανέδειξε πόσο δύσκολο
είναι να αλλάξει ένα
σύστημα που έχει
αποκτήσει ισχυρή
κοινωνική και πολιτική
νομιμοποίηση.
Η
εφαρμογή της
μεταρρύθμισης έχει
έκτοτε παγώσει, την ώρα
που η δημοσιονομική
κατάσταση της Γαλλίας
επιδεινώνεται. Το
δημόσιο χρέος έχει
φτάσει τα 3,6 τρισ.
ευρώ, από περίπου 2,2
τρισ. ευρώ το 2017, όταν
ανέλαβε την προεδρία ο
Μακρόν.
Η
αύξηση του κόστους
δανεισμού επιβαρύνει
περαιτέρω την κατάσταση.
Οι αποδόσεις των
γαλλικών δεκαετών
ομολόγων έχουν πλέον
συγκλίνει με εκείνες της
Ιταλίας, εντείνοντας την
πίεση από τις αγορές.
Παράλληλα, οι ευρωπαϊκοί
δημοσιονομικοί θεσμοί
ζητούν περιορισμό των
κρατικών δαπανών,
γεγονός που δυσκολεύει
ακόμη περισσότερο τη
χρηματοδότηση των
συνταξιοδοτικών
υποχρεώσεων.
Τρία διαφορετικά μοντέλα
συνταξιοδότησης στην
Ευρώπη
Παρά τις κοινές
δημογραφικές προκλήσεις,
οι ευρωπαϊκές χώρες δεν
ακολουθούν ενιαία
προσέγγιση στην οργάνωση
των συνταξιοδοτικών τους
συστημάτων. Οι διαφορές
είναι σημαντικές τόσο
στον τρόπο
χρηματοδότησης όσο και
στον ρόλο που
διαδραματίζουν τα
ιδιωτικά και
επαγγελματικά ταμεία.
1.
Το διανεμητικό μοντέλο
της Νότιας Ευρώπης
Γαλλία, Ιταλία και
Ισπανία στηρίζονται
κυρίως στο διανεμητικό
σύστημα, στο οποίο οι
εισφορές των σημερινών
εργαζομένων
χρηματοδοτούν απευθείας
τις συντάξεις όσων έχουν
ήδη αποχωρήσει από την
αγορά εργασίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
της ανάλυσης, τα ποσοστά
αναπλήρωσης στις
συγκεκριμένες χώρες
κυμαίνονται περίπου
μεταξύ 74% και 82% των
προηγούμενων αποδοχών.
Το μοντέλο προσφέρει
σχετικά υψηλή αναπλήρωση
εισοδήματος, αλλά
εξαρτάται σε μεγάλο
βαθμό από την αναλογία
εργαζομένων προς
συνταξιούχους.
Η
επιβάρυνση των
εργαζομένων είναι
ιδιαίτερα υψηλή. Οι
ασφαλιστικές εισφορές
αντιστοιχούν περίπου στο
27% των ακαθάριστων
αποδοχών στη Γαλλία και
στο 33% στην Ιταλία.
Η
κρίση δημόσιου χρέους
της ευρωζώνης την
περίοδο 2010-2015
ανέδειξε τις αδυναμίες
αυτού του μοντέλου. Η
Ελλάδα, η Ιταλία, η
Ισπανία και η Πορτογαλία
αναγκάστηκαν να
προχωρήσουν σε επώδυνες
παρεμβάσεις για τον
περιορισμό των
δημοσιονομικών τους
ελλειμμάτων.
Η
Ιταλία αύξησε το 2011 το
όριο ηλικίας
συνταξιοδότησης στα 67
έτη, συνδέοντάς το
θεσμικά με την εξέλιξη
του προσδόκιμου ζωής. Η
Ισπανία επέκτεινε την
περίοδο ασφαλιστικού
βίου που λαμβάνεται
υπόψη για τον υπολογισμό
των συντάξεων, ενώ στην
Ελλάδα εφαρμόστηκαν
μεγάλες περικοπές στις
συνταξιοδοτικές παροχές,
οι οποίες σε ορισμένες
περιπτώσεις έφτασαν έως
και το 40%.
2.
Το κεφαλαιοποιητικό και
επαγγελματικό μοντέλο
της Βόρειας Ευρώπης
Μια
διαφορετική προσέγγιση
έχουν αναπτύξει χώρες
όπως η Δανία, η Ολλανδία
και η Σουηδία. Τα
συστήματά τους
συνδυάζουν τη βασική
κρατική σύνταξη με
επαγγελματικά
συνταξιοδοτικά ταμεία,
στα οποία συσσωρεύονται
και επενδύονται κεφάλαια
για τη μελλοντική
χρηματοδότηση των
παροχών.
Τα
ταμεία αυτά
διαχειρίζονται σημαντικά
αποθέματα κεφαλαίων, τα
οποία τοποθετούνται στις
διεθνείς αγορές. Το
ενεργητικό τους
αντιστοιχεί περίπου στο
100% έως 200% του ΑΕΠ,
επίπεδα συγκρίσιμα με
εκείνα των ΗΠΑ. Η
διαχείριση
πραγματοποιείται κυρίως
από μη κερδοσκοπικούς
οργανισμούς στους
οποίους συμμετέχουν
εργαζόμενοι και
εργοδότες.
Το
συγκεκριμένο μοντέλο
προσφέρει μεγαλύτερη
δυνατότητα συσσώρευσης
αποθεματικών και
περιορίζει την
αποκλειστική εξάρτηση
των συντάξεων από τις
εισφορές των εν ενεργεία
εργαζομένων. Παράλληλα,
τα επενδυμένα κεφάλαια
συμβάλλουν στη
χρηματοδότηση
επιχειρήσεων και στην
ενίσχυση του εθνικού
πλούτου.
Ο
οικονομολόγος Γιάκομπ
Κίρκεγκαρντ επισημαίνει
ότι η συγκεκριμένη
αρχιτεκτονική μπορεί να
συνδυάσει σταθερό
συνταξιοδοτικό εισόδημα
με ισχυρά επενδυτικά
αποθέματα. Ωστόσο, έχει
και μια σημαντική
προϋπόθεση: οι πολίτες
πρέπει να παραμένουν
στην αγορά εργασίας για
μεγαλύτερο χρονικό
διάστημα.
Στη
Δανία, μάλιστα, το όριο
ηλικίας συνταξιοδότησης
συνδέεται νομοθετικά με
το προσδόκιμο ζωής. Με
βάση τις σημερινές
προβλέψεις, οι νεότερες
γενιές ενδέχεται να
χρειαστεί να εργάζονται
μέχρι και μετά τα 74 έτη
γύρω στο 2070.
3.
Το μικτό μοντέλο της
Γερμανίας και του
Ηνωμένου Βασιλείου
Η
Γερμανία και το Ηνωμένο
Βασίλειο ακολουθούν
ενδιάμεσες λύσεις,
συνδυάζοντας διαφορετικά
στοιχεία δημόσιας και
επαγγελματικής
ασφάλισης.
Στη
Βρετανία, η κρατική
σύνταξη είναι σχετικά
χαμηλή και λειτουργεί ως
βασικό εισόδημα, ενώ οι
εργαζόμενοι εντάσσονται
αυτομάτως σε ιδιωτικά
συνταξιοδοτικά
προγράμματα, τα οποία
συμπληρώνουν τις
μελλοντικές παροχές
τους.
Η
Γερμανία εξακολουθεί να
στηρίζεται κυρίως στο
διανεμητικό σύστημα,
αλλά οι συντάξεις είναι
χαμηλότερες σε σχέση με
τη Γαλλία και υπάρχουν
ανώτατα όρια στις
μηνιαίες καταβολές.
Επιπλέον, εφαρμόζεται
ένας αυτοματοποιημένος
μηχανισμός προσαρμογής,
ο οποίος περιορίζει τον
ρυθμό αύξησης των
συντάξεων όταν
επιδεινώνεται η σχέση
μεταξύ ασφαλισμένων και
συνταξιούχων.
Παρά τις προσαρμογές, το
γερμανικό σύστημα
παραμένει ιδιαίτερα
δαπανηρό. Το κράτος
διαθέτει ετησίως
περισσότερα από 110 δισ.
ευρώ για να καλύψει το
χρηματοδοτικό κενό του
ασφαλιστικού, ποσό που
αντιστοιχεί σχεδόν στο
ένα πέμπτο του
ομοσπονδιακού
προϋπολογισμού και
αποτελεί τη μεγαλύτερη
μεμονωμένη δαπάνη του.
Το
περιορισμένο περιθώριο
για αύξηση των εισφορών
Το
πρόβλημα δεν
περιορίζεται στη
δημογραφική γήρανση. Σε
αρκετές ευρωπαϊκές
οικονομίες, η δυνατότητα
περαιτέρω αύξησης των
ασφαλιστικών εισφορών
έχει σχεδόν εξαντληθεί.
Μελέτη των οικονομολόγων
Μπούρκχαρντ Χέερ, Βίτο
Πολίτο και Μάικλ Ρ.
Γουίκενς εξετάζει το
λεγόμενο «συνταξιοδοτικό
περιθώριο». Πρόκειται
για το περιθώριο που
διαθέτει ένα κράτος να
αυξάνει τις ασφαλιστικές
εισφορές προκειμένου να
χρηματοδοτεί τις
συντάξεις, χωρίς να
προκαλεί υπερβολική
επιβάρυνση στην
απασχόληση και στην
οικονομική
δραστηριότητα.
Σύμφωνα με τη μελέτη, οι
ΗΠΑ και το Ηνωμένο
Βασίλειο διαθέτουν
περιθώριο άνω του 40%,
ενώ η Γαλλία και η
Ιταλία βρίσκονται κάτω
από το 10%. Οι προβολές
δείχνουν ότι το
διαθέσιμο περιθώριο για
τις δύο τελευταίες χώρες
ενδέχεται να μηδενιστεί
έως το 2030.
Σε
ένα τέτοιο περιβάλλον, η
περαιτέρω αύξηση των
εισφορών μπορεί να
αποδειχθεί
αντιπαραγωγική. Το
υψηλότερο κόστος
εργασίας επιβαρύνει τις
επιχειρήσεις, περιορίζει
τις προσλήψεις και
μπορεί να οδηγήσει σε
χαμηλότερα συνολικά
έσοδα για τα δημόσια
ταμεία.
Με
άλλα λόγια, οι
κυβερνήσεις δεν μπορούν
να αντιμετωπίζουν επ'
αόριστον το πρόβλημα
αυξάνοντας τις κρατήσεις
από τους μισθούς. Όταν η
ασφαλιστική επιβάρυνση
γίνει υπερβολική,
κινδυνεύει να
υπονομεύσει την ίδια την
οικονομική βάση από την
οποία χρηματοδοτούνται
οι συντάξεις.
Γιατί είναι τόσο δύσκολη
η μετάβαση σε ένα νέο
σύστημα
Η
μετάβαση από ένα
διανεμητικό σε ένα
κεφαλαιοποιητικό μοντέλο
θα μπορούσε να
περιορίσει τη
μακροπρόθεσμη εξάρτηση
από τις δημογραφικές
εξελίξεις. Ωστόσο, η
εφαρμογή της συναντά ένα
εξαιρετικά δύσκολο
χρηματοδοτικό εμπόδιο.
Σε
ένα κεφαλαιοποιητικό
σύστημα, οι εισφορές
συσσωρεύονται και
επενδύονται για να
χρηματοδοτήσουν τη
μελλοντική σύνταξη του
ίδιου του ασφαλισμένου.
Στο διανεμητικό μοντέλο,
αντίθετα, οι τρέχουσες
εισφορές
χρησιμοποιούνται για την
πληρωμή των σημερινών
συνταξιούχων.
Επομένως, εάν μια
κυβέρνηση αποφασίσει να
διοχετεύσει μέρος των
εισφορών σε νέα
επενδυτικά ταμεία, θα
πρέπει ταυτόχρονα να
βρει άλλους πόρους για
να συνεχίσει να πληρώνει
όσους ήδη λαμβάνουν
σύνταξη.
Αυτό σημαίνει ότι για
μια μεταβατική περίοδο η
νέα γενιά εργαζομένων
μπορεί να βρεθεί
αντιμέτωπη με διπλή
επιβάρυνση: θα πρέπει να
χρηματοδοτεί τις παροχές
των σημερινών
συνταξιούχων, ενώ
παράλληλα θα συσσωρεύει
κεφάλαια για τη δική της
μελλοντική σύνταξη.
Η
δυσκολία είναι ιδιαίτερα
μεγάλη για χώρες με
υψηλό δημόσιο χρέος. Στη
Γαλλία, για παράδειγμα,
η μεταφορά ασφαλιστικών
εισφορών σε νέα
επενδυτικά ταμεία θα
δημιουργούσε άμεσο
χρηματοδοτικό κενό για
την καταβολή των
υφιστάμενων συντάξεων. Η
κάλυψή του θα απαιτούσε
πρόσθετο δανεισμό
δεκάδων δισεκατομμυρίων
ευρώ, σε μια περίοδο
κατά την οποία το
δημόσιο χρέος υπερβαίνει
ήδη το 117% του ΑΕΠ.
Η
αλλαγή, συνεπώς, δεν
μπορεί να
πραγματοποιηθεί χωρίς
σημαντικό δημοσιονομικό
κόστος και μακροχρόνιο
σχεδιασμό. Ακόμη και εάν
ένα νέο σύστημα
θεωρείται πιο ανθεκτικό
σε βάθος δεκαετιών, η
μετάβαση από το παλιό
στο νέο μοντέλο μπορεί
να επιβαρύνει σημαντικά
τις ενδιάμεσες γενιές.
Η
νέα γενιά αμφισβητεί την
υπόσχεση της σύνταξης
Η
αυξανόμενη αβεβαιότητα
αποτυπώνεται πλέον και
στη στάση των νεότερων
Ευρωπαίων απέναντι στο
ασφαλιστικό σύστημα. Για
πολλούς από αυτούς, η
προοπτική μιας κρατικά
εγγυημένης σύνταξης δεν
αποτελεί πλέον αυτονόητη
προσδοκία.
Η
19χρονη φοιτήτρια
Ψυχολογίας Ριάνα
Σιντ-Αχμέντ εκφράζει
χαρακτηριστικά αυτή την
ανησυχία, υποστηρίζοντας
ότι είναι παράλογο να
εφαρμόζεται σήμερα ένα
μοντέλο που σχεδιάστηκε
για εντελώς διαφορετικές
δημογραφικές και
οικονομικές συνθήκες.
Όπως αναφέρει,
αμφιβάλλει εάν θα
καταφέρει να λάβει
σύνταξη όταν φτάσει στην
ηλικία συνταξιοδότησης.
Η
τοποθέτησή της
συμπυκνώνει ένα ευρύτερο
πρόβλημα εμπιστοσύνης.
Οι νεότεροι εργαζόμενοι
καλούνται να
χρηματοδοτήσουν τις
συντάξεις μιας γενιάς
που ζει περισσότερα
χρόνια, ενώ οι ίδιοι
ενδέχεται να χρειαστεί
να παραμείνουν στην
αγορά εργασίας για
μεγαλύτερο διάστημα και
να καταβάλλουν
υψηλότερες εισφορές.
Η
πρόκληση για την Ευρώπη
δεν είναι απλώς να
περιορίσει το κόστος των
συντάξεων, αλλά να
διαμορφώσει ένα νέο
κοινωνικό συμβόλαιο που
θα μπορεί να
χρηματοδοτηθεί χωρίς να
υπονομεύει την
ανταγωνιστικότητα των
οικονομιών και την
εμπιστοσύνη των πολιτών.
Το ζητούμενο είναι να
διατηρηθεί η επάρκεια
των συνταξιοδοτικών
παροχών, χωρίς το βάρος
να μεταφέρεται διαρκώς
στις επόμενες γενιές.
Το
ασφαλιστικό δεν αποτελεί
πλέον μόνο ζήτημα
κοινωνικής πολιτικής.
Έχει εξελιχθεί σε μία
από τις σημαντικότερες
μακροοικονομικές
προκλήσεις της Ευρώπης,
με άμεσες συνέπειες για
τα δημόσια οικονομικά,
την αγορά εργασίας, τις
επενδύσεις και τη
μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.
|