|
Ιταλία και Ισπανία: Δύο
διαφορετικές επιδόσεις
Η σύγκριση Ιταλίας και
Ισπανίας είναι ίσως η
πιο χαρακτηριστική.
Η Ιταλία, ο μεγαλύτερος
δικαιούχος του
προγράμματος, είχε στη
διάθεσή της περίπου
194 δισ. ευρώ,
ενώ η Ισπανία περίπου
120 δισ. ευρώ.
Οι δύο χώρες απορρόφησαν
έτσι πάνω από το 40% των
συνολικών διαθέσιμων
πόρων.
Οι οικονομικές τους
επιδόσεις, όμως, υπήρξαν
εντυπωσιακά
διαφορετικές.
Η Ιταλία είχε σχεδιάσει
το πρόγραμμα με την
προσδοκία ότι η ανάπτυξη
θα επιταχυνόταν
σημαντικά, από περίπου
1% σε 3,6% το 2026. Στην
πράξη, η οικονομία της
εξακολούθησε να
αναπτύσσεται με ρυθμούς
κάτω του 1% από το 2023.
Η Ισπανία, αντίθετα,
κατέγραψε ανάπτυξη άνω
του 2,5% κάθε χρόνο από
το 2021.
Η διαφορά αυτή, ωστόσο,
δεν σημαίνει ότι το
ισπανικό οικονομικό
θαύμα αποτελεί
αποκλειστικό προϊόν του
Ταμείου Ανάκαμψης.
Η Ισπανία προχώρησε
παράλληλα σε σημαντικές
μεταρρυθμίσεις στην
αγορά εργασίας,
περιόρισε την κατάχρηση
των προσωρινών συμβάσεων
και μείωσε
γραφειοκρατικά εμπόδια
για μικρές επιχειρήσεις
και νεοφυείς εταιρείες.
Παράλληλα, η ισχυρή
ανάκαμψη του τουρισμού,
η αύξηση των εξαγωγών
υπηρεσιών και η μεγάλη
εισροή μεταναστών
ενίσχυσαν σημαντικά την
οικονομική
δραστηριότητα.
Είναι χαρακτηριστικό
ότι, σύμφωνα με στοιχεία
της Τράπεζας της
Ισπανίας, η μαζική
μετανάστευση
αντιστοιχούσε περίπου
στο ήμισυ της
οικονομικής ανάπτυξης
και στα δύο τρίτα των
νέων θέσεων εργασίας.
Το ισπανικό υπουργείο
Οικονομίας υπολογίζει
ότι το Ταμείο Ανάκαμψης
πρόσθεσε περίπου
τρεις ποσοστιαίες
μονάδες στο ΑΕΠ.
Το ισπανικό ινστιτούτο
Funcas,
όμως, εκτιμά ότι μόλις
το 14% της
συνολικής ανάπτυξης της
περιόδου 2021-2025
μπορεί να αποδοθεί στους
ευρωπαϊκούς πόρους.
Με άλλα λόγια, τα
χρήματα βοήθησαν, αλλά
δεν ήταν αυτά που
δημιούργησαν από μόνα
τους την ισπανική
ανάπτυξη.
Η ιταλική περίπτωση και
το πρόβλημα του
στρατηγικού σχεδιασμού
Η Ιταλία αποτελεί την
πιο δύσκολη περίπτωση.
Μελέτη των οικονομολόγων
Τίτο Μποέρι και Ρομπέρτο
Περότι του Πανεπιστημίου
Bocconi
υποστηρίζει ότι η χώρα
κινδυνεύει να
ολοκληρώσει το πρόγραμμα
έχοντας
περισσότερο χρέος χωρίς
να έχει αντιμετωπίσει
επαρκώς τις διαρθρωτικές
αδυναμίες της οικονομίας
της.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με
την ανάλυση, δεν ήταν
μόνο η εκτέλεση των
έργων αλλά και ο ίδιος ο
σχεδιασμός. Πολλά έργα
χαρακτηρίστηκαν μικρής
σημασίας, ενώ άλλα
αποδείχθηκαν δύσκολα
στην υλοποίηση.
Εδώ βρίσκεται και μία
ενδιαφέρουσα αντίθεση με
την Ελλάδα, της οποίας
το σχέδιο χαρακτηρίζεται
ως περισσότερο συνεκτικό
και με σαφέστερο
στρατηγικό
προσανατολισμό.
Η ελληνική περίπτωση
δείχνει τη σημασία του
να μην αντιμετωπίζονται
τα ευρωπαϊκά κονδύλια
απλώς ως χρηματοδότηση
μεμονωμένων έργων, αλλά
ως εργαλείο αλλαγής του
παραγωγικού μοντέλου.
Τα έργα που μπορεί να
αλλάξουν την εικόνα
Παρά τις αδυναμίες,
είναι πρόωρο να θεωρηθεί
το Ταμείο Ανάκαμψης
αποτυχημένο.
Ορισμένα από τα
σημαντικότερα έργα
βρίσκονται ακόμη στη
φάση υλοποίησης και τα
αποτελέσματά τους θα
φανούν αρκετά αργότερα.
Στην Ισπανία, για
παράδειγμα, οι
ευρωπαϊκοί πόροι
κατευθύνονται σε
επενδύσεις στις αλυσίδες
παραγωγής ηλεκτρικών
οχημάτων και μπαταριών.
Στην Ανδαλουσία, η
ενεργειακή εταιρεία
Moeve
κατασκευάζει μονάδα
πράσινου υδρογόνου ύψους
περίπου 1 δισ.
ευρώ, με
επιχορήγηση 300 εκατ.
ευρώ από το RRF.
Εφόσον ολοκληρωθεί
σύμφωνα με τον
σχεδιασμό, θα αποτελέσει
μία από τις μεγαλύτερες
εγκαταστάσεις πράσινου
υδρογόνου στη νότια
Ευρώπη.
Στην Ιταλία, από την
άλλη πλευρά, υπάρχουν
ήδη ενδείξεις ότι
ορισμένες μεταρρυθμίσεις
μπορούν να αφήσουν
μόνιμο αποτύπωμα.
Η επιτάχυνση της
απονομής δικαιοσύνης,
για παράδειγμα,
αποτελούσε βασική
προϋπόθεση για την
ενίσχυση των επενδύσεων.
Σύμφωνα με στοιχεία του
Πανεπιστημίου του
Μιλάνου, η μέση διάρκεια
των δικαστικών
διαδικασιών έχει μειωθεί
κατά 28% σε
σχέση με το 2019.
Παράλληλα, η Ιταλία
αναμένεται να
δημιουργήσει περίπου
150.000 νέες
θέσεις σε βρεφονηπιακούς
σταθμούς, ενώ
οι ευρωπαϊκοί πόροι
χρηματοδοτούν και τη νέα
σιδηροδρομική σύνδεση
υψηλής ταχύτητας
Νάπολη-Μπάρι.
Αυτές οι επενδύσεις
μπορεί να έχουν πολύ
μεγαλύτερη οικονομική
σημασία από μία απλή
προσωρινή αύξηση του
ΑΕΠ, καθώς επηρεάζουν
την παραγωγικότητα, την
απασχόληση και τις
ιδιωτικές επενδύσεις για
πολλά χρόνια.
Το μεγάλο πρόβλημα:
Ευρωπαϊκό χρήμα, εθνικά
έργα
Ίσως η σημαντικότερη
αδυναμία του Ταμείου
βρίσκεται στον τρόπο με
τον οποίο σχεδιάστηκε.
Η Ευρώπη κατάφερε για
πρώτη φορά να δανειστεί
συλλογικά σε τόσο μεγάλη
κλίμακα. Ήταν μια
ιστορική εξέλιξη που
χαρακτηρίστηκε από
πολλούς ως η ευρωπαϊκή
«στιγμή Χάμιλτον».
Ωστόσο, μεγάλο μέρος των
χρημάτων διοχετεύθηκε
τελικά μέσω των εθνικών
κυβερνήσεων και
κατευθύνθηκε σε εθνικά
έργα.
Αυτό περιορίζει τη
δυνατότητα του
προγράμματος να
αντιμετωπίσει ένα από τα
μεγαλύτερα προβλήματα
της Ευρώπης: την
έλλειψη κοινών
ευρωπαϊκών υποδομών και
επενδύσεων μεγάλης
κλίμακας.
Η Ευρώπη χρειάζεται
πλέον επενδύσεις που
καμία χώρα μόνη της δεν
μπορεί να
πραγματοποιήσει
αποτελεσματικά:
ενεργειακά δίκτυα,
διασυνδέσεις, αμυντικές
υποδομές, ψηφιακά
δίκτυα, υποδομές
τεχνητής νοημοσύνης και
διασυνοριακά
σιδηροδρομικά και
ενεργειακά έργα.
Όπως έχει επισημανθεί, η
Ευρώπη δεν έχει ακόμη
καταφέρει να αντιληφθεί
πλήρως ότι ορισμένα έργα
πρέπει να σχεδιάζονται
και να υλοποιούνται
σε πανευρωπαϊκή
κλίμακα και όχι σε
εθνικό επίπεδο.
Το πραγματικό τεστ
αρχίζει τώρα
Υπό αυτή την έννοια, το
Ταμείο Ανάκαμψης
αποτελεί περισσότερο ένα
τεράστιο πείραμα
δημοσιονομικής
ενοποίησης παρά
ένα ολοκληρωμένο
ευρωπαϊκό αναπτυξιακό
σχέδιο.
Το γεγονός ότι η
Ευρωπαϊκή Ένωση μπόρεσε
να δανειστεί συλλογικά
εκατοντάδες
δισεκατομμύρια ευρώ
είναι από μόνο του
ιστορικό. Το επόμενο
βήμα όμως είναι να
αποδειχθεί ότι μπορεί να
μετατρέψει αυτό το κοινό
χρέος σε κοινή
ευρωπαϊκή παραγωγική
δύναμη.
Οι τελευταίες
εκταμιεύσεις αναμένεται
να ολοκληρωθούν έως το
τέλος του 2026. Αυτό
σημαίνει ότι η Ευρώπη
βρίσκεται πλέον στην
τελική ευθεία του
προγράμματος.
Ο απολογισμός, λοιπόν,
δεν θα πρέπει να γίνει
με βάση το πόσα χρήματα
απορροφήθηκαν ή πόσα
έργα ολοκληρώθηκαν. Θα
πρέπει να κριθεί από
κάτι πολύ πιο δύσκολο:
αν το Ταμείο
δημιούργησε υψηλότερη
παραγωγικότητα,
περισσότερες ιδιωτικές
επενδύσεις, καλύτερες
υποδομές και ένα πιο
ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό
παραγωγικό μοντέλο.
Και εδώ βρίσκεται η
μεγάλη πρόκληση για την
επόμενη ημέρα.
Γιατί αν η Ευρώπη
περιοριστεί στο να
χρηματοδοτεί εθνικά έργα
με κοινό ευρωπαϊκό
χρέος, το Ταμείο
Ανάκαμψης θα έχει
αποτελέσει μια ιστορική
δημοσιονομική παρέμβαση.
Αν, όμως, οι επενδύσεις
αυτές οδηγήσουν σε
μόνιμη αύξηση της
παραγωγικότητας και σε
πραγματική σύγκλιση των
οικονομιών, τότε το
NextGenerationEU
μπορεί να αποδειχθεί
κάτι πολύ σημαντικότερο:
το πρώτο βήμα
προς μια πραγματικά
κοινή ευρωπαϊκή
οικονομική πολιτική.
|