|
Στόχος του, όπως
αναφέρει το
Bloomberg,
είναι η δημιουργία
ανάπτυξης σε ολόκληρη τη
χώρα και η αντιστροφή
μιας μακράς περιόδου
χαμηλής παραγωγικότητας
και περιορισμένων
επενδύσεων.
Οι
προκλήσεις της
βρετανικής οικονομίας
Η ανάλυση επισημαίνει
ότι η διάγνωση των
προβλημάτων της
βρετανικής οικονομίας
είναι σε μεγάλο βαθμό
σωστή. Το μοντέλο που
στηρίχθηκε στις
ιδιωτικοποιήσεις, στη
χαμηλή φορολογία και
στην περιορισμένη
κρατική παρέμβαση
οδήγησε, σύμφωνα με το
Bloomberg,
σε χρόνια υποεπένδυση,
υποβάθμιση υποδομών,
πιέσεις στις δημόσιες
υπηρεσίες και χαμηλή
αύξηση παραγωγικότητας.
Η χρηματοπιστωτική κρίση
του 2008, το
Brexit
και οι διαδοχικές
διεθνείς αναταράξεις
επιδείνωσαν τις πιέσεις,
αυξάνοντας παράλληλα το
δημόσιο χρέος.
Ωστόσο, το μεγάλο
ερώτημα παραμένει η
χρηματοδότηση των νέων
επενδυτικών σχεδίων.
Η Βρετανία ξεκινά τη νέα
πολιτική περίοδο με
δημοσιονομικό κενό
περίπου 5 δισ. λιρών,
ενώ οι αγορές
εξακολουθούν να είναι
ιδιαίτερα προσεκτικές
απέναντι σε οποιαδήποτε
αύξηση του κρατικού
δανεισμού, μετά και την
αναταραχή που προκάλεσε
η σύντομη πρωθυπουργία
της Λιζ Τρας.
Παράλληλα, η δέσμευση
για τήρηση των
δημοσιονομικών κανόνων
περιορίζει τα περιθώρια
νέων δαπανών.
Το ελληνικό παράδειγμα
του Growthfund
Σε αυτό το σημείο, η
Ελλάδα παρουσιάζει ένα
διαφορετικό μοντέλο.
Από το 2015 μέχρι
σήμερα, η χώρα κατάφερε
να μειώσει σημαντικά το
δημόσιο χρέος της, από
περίπου 200% του ΑΕΠ σε
επίπεδα κοντά στο 137%,
ενώ επέστρεψε στην
επενδυτική βαθμίδα μετά
από περισσότερο από μία
δεκαετία.
Παράλληλα, οι αποδόσεις
των ελληνικών κρατικών
ομολόγων έχουν
υποχωρήσει σημαντικά,
αντανακλώντας την
αποκατάσταση της
εμπιστοσύνης των αγορών.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή
την πορεία είχε το
Υπερταμείο, το οποίο
δημιουργήθηκε το 2015
στο πλαίσιο του τρίτου
προγράμματος
προσαρμογής, με στόχο
την καλύτερη διαχείριση
της δημόσιας περιουσίας.
Αρχικά αντιμετωπίστηκε
με έντονες αντιδράσεις
στο εσωτερικό, καθώς
πολλοί το θεωρούσαν ως
μηχανισμό μεταφοράς
δημόσιων περιουσιακών
στοιχείων υπό τον έλεγχο
των πιστωτών.
Ωστόσο, στην πορεία
εξελίχθηκε σε έναν
οργανισμό αξιοποίησης
περιουσίας και
προσέλκυσης επενδύσεων.
Πάνω από 20 δισ. ευρώ
στο Δημόσιο
Σύμφωνα με την ανάλυση,
το Υπερταμείο έχει
αποδώσει περισσότερα από
20 δισ. ευρώ στο
ελληνικό Δημόσιο από την
ίδρυσή του, με σημαντικό
μέρος αυτών των
κεφαλαίων να έχει
χρησιμοποιηθεί για τη
μείωση του χρέους.
Παράλληλα, συνέβαλε:
στην καλύτερη αξιοποίηση
κρατικών ακινήτων,
στην ιδιωτικοποίηση
συμμετοχών σε τράπεζες,
λιμάνια και αεροδρόμια,
στον εκσυγχρονισμό
δημόσιων επιχειρήσεων,
στη βελτίωση της
εταιρικής διακυβέρνησης.
Η Ελλάδα μάλιστα
προχώρησε το 2025 σε
πρόωρη αποπληρωμή
δανείου ύψους 1,1 δισ.
ευρώ προς τη Γαλλία,
κίνηση που ενίσχυσε
περαιτέρω το μήνυμα
δημοσιονομικής
αξιοπιστίας.
Από το Υπερταμείο σε
κρατικό επενδυτικό
ταμείο
Η επόμενη φάση αφορά τη
μετεξέλιξη του
Growthfund
σε Ελληνικό Επενδυτικό
Ταμείο Ανάπτυξης (Hellenic
Growth
Fund),
με χαρακτηριστικά
κρατικού επενδυτικού
ταμείου.
Στόχος είναι μέρος των
κερδών του οργανισμού να
επανεπενδύεται σε
στρατηγικούς τομείς της
οικονομίας, όπως οι
υποδομές, η ενέργεια, η
ψηφιακή μετάβαση και η
τεχνολογία.
Ήδη έχει δημιουργηθεί
Ταμείο Υποδομών και
Καινοτομίας, το οποίο θα
λειτουργεί σε συνεργασία
με ιδιώτες επενδυτές,
χρηματοδοτώντας έργα σε
τομείς όπως η ενέργεια,
οι μεταφορές, οι
ψηφιακές υποδομές και η
τεχνητή νοημοσύνη.
Ένα διαφορετικό μοντέλο
κρατικών επενδύσεων
Σε αντίθεση με τα
παραδοσιακά κρατικά
επενδυτικά ταμεία που
επενδύουν κυρίως στις
διεθνείς αγορές, το
ελληνικό μοντέλο
βασίζεται στην
αξιοποίηση υπαρχόντων
δημόσιων περιουσιακών
στοιχείων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η
μονάδα ωρίμανσης έργων (Project
Preparation
Facility),
η οποία προετοιμάζει
επενδυτικά σχέδια ώστε
να προσελκύσουν ιδιωτικά
κεφάλαια.
Από το 2021 έχουν
προωθηθεί έργα συνολικής
αξίας περίπου 10 δισ.
ευρώ, με το
Growthfund
να λειτουργεί
περισσότερο ως
επενδυτικός οργανισμός
που δημιουργεί ευκαιρίες
για ιδιώτες επενδυτές.
Προσέλκυση ιδιωτικών
κεφαλαίων
Ένα βασικό επιχείρημα
υπέρ του μοντέλου είναι
ότι το κράτος δεν
αντικαθιστά τον ιδιωτικό
τομέα, αλλά δημιουργεί
τις προϋποθέσεις για
μεγαλύτερη συμμετοχή
του.
Όπως υποστηρίζει η
διοίκηση του
Growthfund,
η δημιουργία ώριμων
επενδυτικών έργων
περιορίζει το βασικό
πρόβλημα των επενδυτών,
δηλαδή την έλλειψη
αξιόπιστων και κατάλληλα
προετοιμασμένων
ευκαιριών.
Παράλληλα, η εταιρική
διακυβέρνηση του
οργανισμού και η
παρουσία εκπροσώπου του
Ευρωπαϊκού Μηχανισμού
Σταθερότητας στο
διοικητικό συμβούλιο
ενισχύουν την αξιοπιστία
του έναντι των αγορών.
Το δίδαγμα για τη
Βρετανία
Το βασικό μήνυμα της
ανάλυσης είναι ότι ακόμη
και χώρες με υψηλό
δημόσιο χρέος μπορούν να
κινητοποιήσουν
σημαντικούς επενδυτικούς
πόρους χωρίς να αυξήσουν
υπέρμετρα τον δανεισμό
τους.
Η Βρετανία διαθέτει
τεράστια δημόσια
περιουσία, από ακίνητα
του Εθνικού Συστήματος
Υγείας έως υποδομές
μεταφορών και
περιουσιακά στοιχεία των
τοπικών αρχών, τα οποία
συχνά παραμένουν
κατακερματισμένα ή
υποαξιοποιημένα.
Η ελληνική εμπειρία
δείχνει ότι η
επαγγελματική διαχείριση
αυτών των στοιχείων
μπορεί να δημιουργήσει
νέες πηγές
χρηματοδότησης και να
ενισχύσει την ανάπτυξη
χωρίς να υπονομεύσει τη
δημοσιονομική
αξιοπιστία.
Βέβαια, το
Bloomberg
επισημαίνει ότι η Ελλάδα
προχώρησε σε αυτές τις
μεταρρυθμίσεις υπό την
πίεση μιας βαθιάς κρίσης
χρέους και ότι ο
εκσυγχρονισμός του
κράτους παραμένει
ανολοκλήρωτος, με
σημαντικές εκκρεμότητες
όπως το πλήρες
κτηματολόγιο και η
αξιοποίηση επιπλέον
δημόσιων περιουσιακών
στοιχείων.
Ωστόσο, το τελικό
συμπέρασμα είναι ότι η
Ελλάδα απέδειξε πως η
δημόσια περιουσία μπορεί
να αποτελέσει όχι βάρος,
αλλά εργαλείο ανάπτυξης
και ενίσχυσης της
εμπιστοσύνης των αγορών.
Το ερώτημα πλέον είναι
αν η Βρετανία μπορεί να
αξιοποιήσει αντίστοιχα
το δικό της δημόσιο
ενεργητικό, χωρίς να
χρειαστεί πρώτα να
περάσει από μια νέα
δημοσιονομική κρίση.
|