|
Στη δεκαετία του 1970,
ένα παγκόσμιο πετρελαϊκό
σοκ ανάγκασε τις ΗΠΑ να
αναγνωρίσουν ότι η
ενεργειακή τους εξάρτηση
αποτελούσε πηγή
στρατηγικής ευπάθειας.
Σε ομιλία του το 1977, ο
πρόεδρος Jimmy
Carter
προειδοποίησε τους
Αμερικανούς ότι η
δημιουργία μιας ασφαλούς
και διαφοροποιημένης
εγχώριας ενεργειακής
βάσης θα απαιτούσε από
την αμερικανική
οικονομία να περάσει μια
περίοδο «υψηλότερου
κόστους» και
«μεγαλύτερης
ταλαιπωρίας». Ωστόσο, η
προθυμία του
Carter
να αντιμετωπίσει την
πραγματικότητα, αντί να
την ωραιοποιήσει, δεν
είχε το επιθυμητό
αποτέλεσμα.
Όπως υποστηρίζει ο
οικονομολόγος
Jeffrey
Currie,
οι διάδοχοι του
Carter
άντλησαν ένα διαφορετικό
δίδαγμα. Απέφυγαν να
παραδεχθούν την έλλειψη
και, αντί να
αντιμετωπίσουν τα σοκ
προσφοράς, προσπάθησαν
να περιορίσουν τις τιμές
και να αξιοποιήσουν τα
στρατηγικά αποθέματα.
Παρ’ όλα αυτά, δεν
δημιούργησαν πραγματική
ενεργειακή ασφάλεια·
κέρδισαν χρόνο, αλλά
καθυστέρησαν τις
αναγκαίες επενδύσεις.
Οι σημερινές εντάσεις
γύρω από τα Στενά του
Hormuz
αποτελούν υπενθύμιση της
ανάγκης για την
ενεργειακή μετάβαση που
είχε προτείνει ο
Carter.
Παρότι τα τεράστια
αποθέματα σχιστολιθικού
αερίου που έχουν
αξιοποιηθεί έκτοτε
σημαίνουν ότι οι ΗΠΑ δεν
εξαρτώνται πλέον από την
ενέργεια στον ίδιο βαθμό
όπως στην εποχή του
Carter,
εξακολουθούν να είναι
εκτεθειμένες στα
πετρελαϊκά σοκ, όπως
δείχνει η άνοδος των
τιμών της βενζίνης.
Αντίθετα, η Κίνα έχει
περάσει δεκαετίες
επιδιώκοντας την
ηλεκτροδότηση, την οποία
ο Jeff
Currie
αποκαλεί «αγορά
προαιρετικότητας». Η
ευελιξία που προκύπτει
—ένα ηλεκτρόνιο, γράφει
ο Currie,
«μπορεί να προέρχεται
από άνθρακα, φυσικό
αέριο, ήλιο, άνεμο ή
ουράνιο»— έχει βοηθήσει
την Κίνα να απορροφήσει
το σημερινό ενεργειακό
σοκ.
Οι ΗΠΑ έχασαν επίσης την
ευκαιρία να αποφύγουν
την εξάρτηση από την
Κίνα για τις σπάνιες
γαίες. Κατά το δεύτερο
μισό του 20ού αιώνα, το
ορυχείο Mountain
Pass
στην Καλιφόρνια
αποτελούσε βασικό κόμβο
της εγχώριας
αμερικανικής παραγωγής
και επεξεργασίας σπάνιων
γαιών, εξασφαλίζοντας
μια σταθερή και αυτάρκη
αλυσίδα εφοδιασμού.
Μέχρι το 1999–2000,
ωστόσο, η δραστηριότητα
είχε περιοριστεί
δραστικά, λόγω
περιβαλλοντικών
ανησυχιών, κανονιστικών
αλλαγών και των
παραγωγών χαμηλότερου
κόστους στην Κίνα, από
τους οποίους η
αμερικανική βιομηχανία
εξαρτιόταν για
περισσότερο από το 90%
των αναγκών της σε
σπάνιες γαίες, σύμφωνα
με το US
Geological
Survey.
Και τα δύο παραδείγματα
αναδεικνύουν μια
σημαντική αδυναμία της
αμερικανικής διαδικασίας
λήψης αποφάσεων. Οι
αγορές είναι
αποτελεσματικές στην
αποτίμηση του κόστους
του να κάνεις κάτι, αλλά
πολύ αναποτελεσματικές
στην αποτίμηση του
κόστους του να μην το
κάνεις. Ως αποτέλεσμα,
οι αγορές αποτυγχάνουν
όταν οι αποδόσεις έχουν
κοινωνική διάσταση, όπως
συμβαίνει με επενδύσεις
σε επίπεδο ολόκληρης της
οικονομίας για την
εξασφάλιση ασφαλών
προμηθειών ενέργειας και
σπάνιων γαιών.
Για να βοηθήσουν τις
οικονομίες να
κατευθύνουν, να
συντονίσουν και να
στηρίξουν με
χρηματοδότηση επενδύσεις
που εκτείνονται σε
πολλούς κλάδους της
οικονομίας, η
Mariana
Mazzucato
και ο Dani
Rodrik
έχουν υποστηρίξει τις
συμπράξεις δημόσιου και
ιδιωτικού τομέα στην
εργασία τους «Industrial
policy
with
conditionalities:
a
taxonomy
and
sample
cases».
Διευκρινίζουν ότι οι
προϋποθέσεις είναι
κρίσιμες για την
επιτυχία: η κυβέρνηση
πρέπει να δημιουργεί
κίνητρα που θα
κατευθύνουν τις
αποφάσεις των ιδιωτικών
επιχειρήσεων προς
αποτελέσματα τα οποία
διαφορετικά δεν θα
επιδίωκαν.
Μια τέτοια συμφωνία
δημόσιου-ιδιωτικού τομέα
θα μπορούσε να
σχεδιαστεί γύρω από την
παροχή από την κυβέρνηση
ενός ή περισσότερων
οφελών στις ιδιωτικές
επιχειρήσεις —δάνεια,
φορολογικά κίνητρα,
επιτάχυνση των
διαδικασιών
αδειοδότησης— σε
αντάλλαγμα για δύο
τύπους προϋποθέσεων:
κατεύθυνση και
κίνδυνο/ανταμοιβή. Η
κατεύθυνση θα σήμαινε
ότι οι
hyperscalers
της τεχνητής νοημοσύνης
θα υποχρεώνονταν να
αντιμετωπίσουν τις
τοπικές ανησυχίες,
εσωτερικεύοντας το
περιβαλλοντικό και
κοινωνικό κόστος, όπως
μέσω της τεχνικής
ανταλλαγής δεδομένων,
δεσμεύσεων για τη
διαχείριση των υδάτων
και συγχρηματοδότησης
της ανάπτυξης των
δικτύων ηλεκτρικής
ενέργειας. Ο
κίνδυνος/ανταμοιβή θα
σήμαινε ότι, όταν το
Δημόσιο αναλαμβάνει
μέρος του κινδύνου, θα
συμμετέχει και σε μέρος
των αποδόσεων. Αυτό, για
παράδειγμα, θα μπορούσε
να γίνει μέσω της
κατανομής των
υπερκερδών,
χρηματοοικονομικών
εργαλείων που
προσομοιάζουν σε
μετοχικό κεφάλαιο ή
πρόσβασης σε
υπολογιστική ισχύ.
Σε σύγκριση με το
πρόσφατο παρελθόν, οι
υπεύθυνοι χάραξης
πολιτικής βρίσκονται ήδη
σε καλύτερη θέση για να
αντιληφθούν τη
στρατηγική σημασία των
data
centers.
Το παγκόσμιο οικονομικό
καθεστώς έχει αλλάξει,
καθιστώντας σαφέστερη
την αξία τέτοιων
υποδομών. Μετά τον Β΄
Παγκόσμιο Πόλεμο, ο
κόσμος επικεντρώθηκε
στην ανοικοδόμηση από
κοινού. Η ολοκλήρωση
ήταν ο στόχος και η
παγκοσμιοποίηση το μέσο.
Σήμερα, η γεωοικονομία
κυριαρχεί σε ένα πιο
κατακερματισμένο τοπίο.
Η ισχύς πλέον στηρίζεται
στην ικανότητα ελέγχου
στρατηγικών κόμβων.
Αυτό σημαίνει ότι οι
υπεύθυνοι χάραξης
πολιτικής είναι ήδη
περισσότερο
διατεθειμένοι να βλέπουν
τις στρατηγικές
επενδύσεις μέσα από ένα
πρίσμα που υπερβαίνει
τους επιμέρους κλάδους.
Από αυτή την οπτική, η
στρατηγική σημασία των
data
centers
είναι λιγότερο αβέβαιη
από ό,τι φαινόταν κάποτε
να είναι η ενεργειακή
προαιρετικότητα ή η
επεξεργασία σπάνιων
γαιών. Ο CEO
της Nvidia,
Jensen
Huang,
έχει περιγράψει την
τεχνητή νοημοσύνη ως μια
τούρτα πέντε στρώσεων:
τα data
centers
βρίσκονται στο επίπεδο
των υποδομών,
αναδεικνύοντας τη
σημασία τους για το
σύνολο της οικονομίας.
Φυσικά, το πρόβλημα της
διοχέτευσης επενδύσεων
σε στρατηγικούς κλάδους
δεν περιορίζεται στις
ΗΠΑ. Στην έκθεσή του για
την ευρωπαϊκή
ανταγωνιστικότητα το
2024, ο πρώην πρόεδρος
της Ευρωπαϊκής Κεντρικής
Τράπεζας Mario
Draghi
αναγνώρισε ότι η
καινοτομία που
δημιουργεί ρήξεις, η
αμυντική βιομηχανική
δυναμικότητα και τα
διασυνοριακά δίκτυα
αποτελούν δημόσια αγαθά
«που θα προσφέρονται σε
ανεπαρκή βαθμό χωρίς
κοινή δράση».
Η κατασκευή data centers
πρέπει να γίνει ένα
διακομματικό ζήτημα. Η
επιτυχία των συμπράξεων
δημόσιου-ιδιωτικού τομέα
θα εξαρτηθεί από τον
σχεδιασμό τους. Πάρα
πολλές προϋποθέσεις και
η καινοτομία μπορεί να
περιοριστεί· πολύ λίγες
και οι παράγοντες της
ιδιωτικής αγοράς θα
μπορούν να έχουν και την
πίτα ολόκληρη και τον
σκύλο χορτάτο.
Vittorio Quaglione,
teaching assistant στο
Bocconi University,
είναι ιδρυτής και
εκδότης του MOPS, ενός
newsletter για τη
μακροοικονομία, τη
χρηματοοικονομική, την
τεχνολογία και την
πολιτική.
Πηγή: Project Syndicate
|