|
Ο χειμώνας γίνεται ο
μεγάλος πονοκέφαλος
Η κατάσταση αυτή είναι
αποτέλεσμα ενός
συνδυασμού παραγόντων. Ο
πόλεμος στη Μέση Ανατολή
καθυστέρησε την
αναπλήρωση των
αποθεμάτων, καθώς
κυβερνήσεις και
ενεργειακές εταιρείες
ανέβαλαν αγορές με την
προσδοκία ότι η κρίση θα
ήταν σύντομη και οι
τιμές θα υποχωρούσαν.
Παράλληλα, οι ιδιαίτερα
υψηλές θερμοκρασίες του
καλοκαιριού αύξησαν τη
ζήτηση για ηλεκτρική
ενέργεια και, κατ’
επέκταση, για φυσικό
αέριο, περιορίζοντας
περαιτέρω τα διαθέσιμα
αποθέματα.
Το αποτέλεσμα είναι ότι
η Ευρώπη οδηγείται προς
τη χειμερινή περίοδο με
πολύ μικρότερο
περιθώριο ασφαλείας
από ό,τι τα προηγούμενα
χρόνια.
Και εδώ βρίσκεται η
μεγάλη διαφορά σε σχέση
με το πετρέλαιο. Το
φυσικό αέριο είναι
δυσκολότερο να
μεταφερθεί και να
αντικατασταθεί γρήγορα
σε περίπτωση διαταραχής
της προσφοράς. Τα Στενά
του Ορμούζ αποτελούν
κρίσιμο πέρασμα για
περίπου 20% της
παγκόσμιας προσφοράς
LNG,
ενώ οι διαθέσιμες
εναλλακτικές και τα
στρατηγικά αποθέματα
είναι περιορισμένα.
Το
αέριο επηρεάζει πλέον τα
ομόλογα
Η
εξέλιξη έχει ήδη περάσει
στις αγορές κρατικών
ομολόγων.
Οι
αποδόσεις των 10ετών
τίτλων της Γερμανίας και
της Βρετανίας έχουν
κινηθεί σε ιδιαίτερα
υψηλά επίπεδα, παρά το
γεγονός ότι η τιμή του
Brent βρίσκεται περίπου
30% κάτω από το
υψηλό που είχε
σημειώσει μετά το
ξέσπασμα του πολέμου
ΗΠΑ-Ιράν.
Οι
επενδυτές θεωρούν πλέον
ότι το φυσικό αέριο
μπορεί να αποτελέσει
σημαντικότερο παράγοντα
για την πορεία των
ευρωπαϊκών επιτοκίων από
το πετρέλαιο.
Ο
λόγος είναι ότι η άνοδος
του φυσικού αερίου δεν
πλήττει μόνο το κόστος
ενέργειας. Μεταφέρεται
στο κόστος παραγωγής,
στις τιμές ηλεκτρικής
ενέργειας και τελικά σε
ένα πολύ μεγαλύτερο
εύρος αγαθών και
υπηρεσιών.
Νέος πονοκέφαλος για ΕΚΤ
και BoE
Η
εξέλιξη δημιουργεί ένα
δύσκολο δίλημμα για την
ΕΚΤ και
την Τράπεζα της
Αγγλίας.
Οι
αγορές προεξοφλούν
σήμερα μία αύξηση
επιτοκίων από κάθε
κεντρική τράπεζα έως το
τέλος του έτους και
ακόμη μία μέχρι τον
Σεπτέμβριο του 2027.
Ωστόσο, η νέα ενεργειακή
πίεση δημιουργεί τον
κίνδυνο οι αυξήσεις να
είναι περισσότερες.
Ο
μεγαλύτερος φόβος είναι
να επαναληφθεί ένα
σενάριο αντίστοιχο με
εκείνο της προηγούμενης
ενεργειακής κρίσης: το
υψηλότερο κόστος
ενέργειας να μεταφερθεί
στις τιμές των
επιχειρήσεων, στους
μισθούς και τελικά στον
πυρήνα του πληθωρισμού.
Σε
αυτή την περίπτωση, οι
κεντρικές τράπεζες θα
δυσκολευτούν να μειώσουν
ή να διατηρήσουν χαμηλά
τα επιτόκια, ακόμη και
αν η οικονομική ανάπτυξη
αρχίσει να
επιβραδύνεται.
Το
Ορμούζ παραμένει ο
μεγάλος άγνωστος
Καθοριστικός παράγοντας
για την αγορά φυσικού
αερίου παραμένει η
κατάσταση στη Μέση
Ανατολή και κυρίως το
Στενό του Ορμούζ.
Ακόμη και μια εξέλιξη
που θα οδηγούσε σε
αποκλιμάκωση της τιμής
του πετρελαίου δεν θα
ήταν αρκετή για να
εξαφανίσει τον κίνδυνο,
εάν οι περιορισμοί στις
ροές LNG και οι
ανησυχίες για την
αναπλήρωση των
ευρωπαϊκών αποθεμάτων
συνεχιστούν.
Αυτό είναι και το
στοιχείο που
διαφοροποιεί τη σημερινή
κατάσταση: η
ενεργειακή απειλή δεν
βρίσκεται πλέον μόνο στο
πετρέλαιο, αλλά
μετατοπίζεται στο φυσικό
αέριο, σε μια
στιγμή που η Ευρώπη
διαθέτει τα χαμηλότερα
εποχικά αποθέματα εδώ
και σχεδόν δύο
δεκαετίες.
Για
τις αγορές, επομένως, το
κρίσιμο ερώτημα δεν
είναι μόνο πόσο θα
κινηθεί το Brent, αλλά
αν η Ευρώπη θα
καταφέρει να γεμίσει
εγκαίρως τις αποθήκες
φυσικού αερίου πριν από
τον χειμώνα.
Εάν όχι, η ενεργειακή
κρίση μπορεί να
επιστρέψει ως
πληθωριστική κρίση — και
μαζί της να επανέλθουν
στο προσκήνιο οι
αυξήσεις επιτοκίων.
|