|
Η βοήθεια αυτή, μάλιστα,
δεν περιορίζεται σε
μεγάλες οικονομικές
ανάγκες. Μπορεί να αφορά
την πληρωμή του
λογαριασμού κινητής
τηλεφωνίας, την ιδιωτική
ασφάλιση υγείας ή άλλα
καθημερινά έξοδα. Για
άλλους, όμως, η γονική
στήριξη είναι πολύ
μεγαλύτερη και αφορά την
κάλυψη του ενοικίου, την
αποπληρωμή φοιτητικών
δανείων ή ακόμη και την
οικονομική συνεισφορά
για την αγορά της πρώτης
κατοικίας.
Το φαινόμενο δεν θα
πρέπει απαραίτητα να
αντιμετωπίζεται ως
αποτέλεσμα ανευθυνότητας
ή έλλειψης ωριμότητας
των νεότερων γενεών.
Όπως επισημαίνουν
ειδικοί, η οικονομική
πραγματικότητα έχει
αλλάξει τόσο πολύ ώστε η
στήριξη από την
οικογένεια συχνά
λειτουργεί ως αναγκαίο
«μαξιλάρι» για την
είσοδο των νέων στην
ενήλικη ζωή.
Η άνοδος των ενοικίων
και των τιμών των
κατοικιών, σε συνδυασμό
με την ακρίβεια και τους
μισθούς που δεν
αυξάνονται με αντίστοιχο
ρυθμό, έχει δημιουργήσει
ένα περιβάλλον στο οποίο
ακόμη και ένας νέος που
εργάζεται δυσκολεύεται
να συγκεντρώσει το
κεφάλαιο που απαιτείται
για να αποκτήσει ή να
νοικιάσει μια κατοικία
χωρίς εξωτερική βοήθεια.
Η οικονομική στήριξη από
τους γονείς μπορεί,
επομένως, να
λειτουργήσει ως μια
προσωρινή «σκαλωσιά»,
επιτρέποντας στους νέους
να αποκτήσουν
εκπαίδευση, να
ξεκινήσουν μια
επαγγελματική
σταδιοδρομία ή να
δημιουργήσουν τις
προϋποθέσεις για την
αγορά της πρώτης τους
κατοικίας. Το κρίσιμο
στοιχείο είναι, ωστόσο,
η βοήθεια αυτή να
συνοδεύεται από ένα
συγκεκριμένο σχέδιο και
σαφή όρια, ώστε να μην
εξελιχθεί σε μόνιμη
οικονομική εξάρτηση.
Το πρόβλημα, άλλωστε,
δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ.
Η στεγαστική κρίση έχει
μετατραπεί σε ευρωπαϊκό
φαινόμενο, με ολοένα
περισσότερους νέους να
καθυστερούν την
αποχώρησή τους από το
πατρικό σπίτι επειδή
απλώς αδυνατούν να
ανταποκριθούν στο κόστος
μιας ανεξάρτητης ζωής.
Σύμφωνα με στοιχεία της
Eurofound,
το 42% των νέων ηλικίας
25-29 ετών στην
Ευρωπαϊκή Ένωση
εξακολουθεί να ζει με
τους γονείς του, ενώ
στην ηλικιακή ομάδα
30-34 ετών το αντίστοιχο
ποσοστό παραμένει
περίπου στο 20%. Η
στεγαστική κρίση
αποτελεί πλέον έναν από
τους σημαντικότερους
παράγοντες που
καθυστερούν την
οικονομική
ανεξαρτητοποίηση των
νέων, καθώς πολλοί
θέλουν να ζήσουν μόνοι
τους αλλά δεν διαθέτουν
τα οικονομικά μέσα για
να το κάνουν.
Η Ελλάδα βρίσκεται
μεταξύ των χωρών όπου το
φαινόμενο είναι
ιδιαίτερα έντονο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
της Eurofound,
το 72% των νέων ηλικίας
15-29 ετών στη χώρα
δηλώνει ότι
αντιμετωπίζει οικονομική
πίεση, ποσοστό που
συγκαταλέγεται στα
υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή
Ένωση.
Παράλληλα, σύμφωνα με τα
τελευταία διαθέσιμα
στοιχεία της
Eurostat,
το 54,9% των Ελλήνων
ηλικίας 25-34 ετών
εξακολουθεί να ζει στο
πατρικό σπίτι. Η μέση
ηλικία εγκατάλειψης της
οικογενειακής κατοικίας
ανέρχεται στα 30,7 έτη,
κατατάσσοντας την Ελλάδα
μεταξύ των χωρών της
Ευρώπης όπου η
στεγαστική και
οικονομική
ανεξαρτητοποίηση έρχεται
αργότερα.
Οι χαμηλοί μισθοί, η
μεγάλη άνοδος των
ενοικίων και το υψηλό
κόστος αγοράς κατοικίας
δημιουργούν έναν
συνδυασμό που καθιστά
εξαιρετικά δύσκολη την
αυτονόμηση. Ακόμη και
για έναν νέο με σταθερή
εργασία, η δημιουργία
επαρκούς αποταμίευσης
για εγγύηση ενοικίου,
προκαταβολή αγοράς
κατοικίας, έξοδα
μετακόμισης και
καθημερινές ανάγκες
μπορεί να απαιτεί πολλά
χρόνια.
Σε αυτό το περιβάλλον, η
οικονομική βοήθεια των
γονέων μπορεί να έχει
ουσιαστικό θετικό
αποτέλεσμα όταν
χρησιμοποιείται για έναν
συγκεκριμένο και
περιορισμένο στόχο. Η
χρηματοδότηση ενός
μεταπτυχιακού, η
ενίσχυση για την αγορά
πρώτης κατοικίας ή η
κάλυψη των εξόδων σε μια
προσωρινά δύσκολη
περίοδο μπορούν να
βελτιώσουν σημαντικά τη
μελλοντική οικονομική
θέση ενός νέου ανθρώπου.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν
η προσωρινή βοήθεια
μετατρέπεται σε μόνιμη
σχέση οικονομικής
εξάρτησης. Τότε μπορεί
να δημιουργηθούν
εντάσεις, ενοχές και
αίσθηση υποχρέωσης και
από τις δύο πλευρές, ενώ
οι γονείς καλούνται να
συνεχίσουν να
χρηματοδοτούν την
ενήλικη ζωή των παιδιών
τους πολύ περισσότερο
από όσο είχαν αρχικά
υπολογίσει.
Έτσι, η περίφημη
«Τράπεζα της Μαμάς και
του Μπαμπά» αποκτά πλέον
έναν ρόλο που ξεπερνά
κατά πολύ την
περιστασιακή
οικογενειακή βοήθεια.
Για μια ολόκληρη γενιά,
εξελίσσεται σε έναν
άτυπο μηχανισμό
χρηματοδότησης της
ενηλικίωσης, καλύπτοντας
ανάγκες που στο παρελθόν
μπορούσαν να
αντιμετωπιστούν
αποκλειστικά με έναν
μισθό και λίγη
αποταμίευση.
Όσο όμως οι τιμές των
κατοικιών και τα ενοίκια
αυξάνονται ταχύτερα από
τα εισοδήματα, η
«Τράπεζα της Μαμάς και
του Μπαμπά» κινδυνεύει
να πάψει να αποτελεί
προσωρινό στήριγμα και
να μετατραπεί σε μόνιμο
θεσμό της οικονομίας.
Και αυτό αποτελεί ίσως
μία από τις πιο
χαρακτηριστικές
ενδείξεις του πόσο βαθιά
έχει αλλάξει η σχέση των
νεότερων γενεών με την
εργασία, την κατοικία,
την αποταμίευση και
τελικά την ίδια την
οικονομική ανεξαρτησία.
|