|
Παρά τη σημαντική
αποκλιμάκωση, πάντως, οι
ελληνικές και οι
ισπανικές τράπεζες
εξακολουθούν να
καταγράφουν το υψηλότερο
κόστος κινδύνου μεταξύ
των ευρωπαϊκών αγορών
που εξετάζει ο οίκος.
Ακολουθούν οι τράπεζες
του Ηνωμένου Βασιλείου
και της Γαλλίας. Σε
ευρωπαϊκό επίπεδο, το
μέσο κόστος κινδύνου
διαμορφώθηκε στις 25
μονάδες βάσης το πρώτο
εξάμηνο του 2026, από 30
μονάδες βάσης το 2025.
Η εικόνα στις τέσσερις
συστημικές τράπεζες
Τη μεγαλύτερη
αποκλιμάκωση μεταξύ των
ελληνικών τραπεζών
εμφανίζει η Alpha
Bank,
της οποίας το κόστος
κινδύνου υποχώρησε
περίπου στις 63 μονάδες
βάσης. Το αντίστοιχο
μέγεθος ανερχόταν σε
περίπου 112 μονάδες
βάσης το 2025 και είχε
ξεπεράσει τις 140
μονάδες βάσης το 2024.
Στην Τράπεζα Πειραιώς,
το κόστος κινδύνου
διαμορφώθηκε περίπου
στις 51 μονάδες βάσης,
έναντι 79 μονάδων βάσης
το προηγούμενο έτος. Για
τη Eurobank,
ο δείκτης υποχώρησε
περίπου στις 61 μονάδες
βάσης από 78 μονάδες
βάσης το 2025.
Η Εθνική Τράπεζα
διατηρεί το χαμηλότερο
κόστος κινδύνου μεταξύ
των τεσσάρων συστημικών
ομίλων, περίπου στις 43
μονάδες βάσης. Είναι,
ωστόσο, η μόνη ελληνική
τράπεζα που εμφανίζει
αύξηση σε σύγκριση με το
2025, όταν ο δείκτης
είχε υποχωρήσει περίπου
στις 25 μονάδες βάσης.
Παρά την άνοδο, το
κόστος κινδύνου της
Εθνικής παραμένει
χαμηλότερο από τις
περίπου 57 μονάδες βάσης
του 2024.
Γιατί άντεξε η ποιότητα
των τραπεζικών
χαρτοφυλακίων
Η Morningstar
DBRS
επισημαίνει ότι η
επιδείνωση της ποιότητας
του ενεργητικού που
αναμενόταν μετά την
απότομη αύξηση των
επιτοκίων δεν εκδηλώθηκε
στον βαθμό που είχε
προβλεφθεί. Η
ανθεκτικότητα αυτή
διαπιστώνεται τόσο κατά
την περίοδο που το
επιτόκιο αποδοχής
καταθέσεων της
Ευρωπαϊκής Κεντρικής
Τράπεζας βρισκόταν στο
4%, από τον Σεπτέμβριο
του 2023 έως τον Ιούνιο
του 2024, όσο και κατά
τους 18 μήνες που
ακολούθησαν.
Πρόκειται για μια
περίοδο κατά την οποία,
σε προηγούμενους κύκλους
νομισματικής σύσφιξης,
εμφανίζονταν συνήθως
εντονότερες πιέσεις στην
πιστωτική ποιότητα.
Σύμφωνα με τον οίκο, η
ανθεκτικότητα των
τραπεζικών χαρτοφυλακίων
εξηγείται από έναν
συνδυασμό παραγόντων:
Τη μακροχρόνια εξυγίανση
των ισολογισμών και τη
μείωση της μόχλευσης.
Τα αυστηρότερα κριτήρια
χορήγησης δανείων.
Το ισχυρότερο ρυθμιστικό
και εποπτικό πλαίσιο.
Την αύξηση των
αποταμιεύσεων μετά την
πανδημία.
Την ανθεκτικότητα των
ευρωπαϊκών αγορών
εργασίας.
Η DBRS
σημειώνει, παράλληλα,
ότι οι πιστωτικές
πιέσεις που εκδηλώθηκαν
μετά το 2022 παρέμειναν
συγκεντρωμένες σε
συγκεκριμένους τομείς,
όπως τα εμπορικά ακίνητα
και ορισμένοι
υπερμοχλευμένοι
δανειολήπτες. Αντίθετα,
δεν επεκτάθηκαν με τον
ίδιο τρόπο στα
στεγαστικά δάνεια, στις
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις και στα
εταιρικά χαρτοφυλάκια.
Αυξάνονται οι πιέσεις σε
άλλες ευρωπαϊκές αγορές
Παρά τη βελτίωση που
καταγράφεται στον
ευρωπαϊκό Νότο, η εικόνα
για το σύνολο του
τραπεζικού κλάδου είναι
πιο σύνθετη. Από τις 53
τράπεζες του δείγματος,
οι 29 εμφάνισαν
υψηλότερο κόστος
κινδύνου στο πρώτο
εξάμηνο του 2026 σε
σύγκριση με το 2025.
Μόλις έξι κατέγραψαν
καθαρές αντιστροφές
προβλέψεων.
Η DBRS
αποδίδει μέρος της
αύξησης σε
επικαιροποιήσεις των
μοντέλων αξιολόγησης
κινδύνου, καθώς και σε
πρόσθετες προβλέψεις
εκτός μοντέλων (post-model
adjustments).
Οι προσαρμογές αυτές
ενσωματώνουν τις
επιπτώσεις της
σύγκρουσης με το Ιράν,
της ανόδου των
ενεργειακών τιμών και
των πληθωριστικών
πιέσεων.
Ως αποτέλεσμα,
διευρύνεται η απόκλιση
μεταξύ των ευρωπαϊκών
περιφερειών. Οι τράπεζες
του Νότου συνεχίζουν να
εμφανίζουν βελτίωση, ενώ
στο Ηνωμένο Βασίλειο,
στη Γαλλία και στη
Γερμανία παρατηρούνται
σταδιακές αυξήσεις του
κόστους κινδύνου, αν και
από χαμηλότερα αρχικά
επίπεδα.
Τι περιμένει η
DBRS
για τους επόμενους 12–18
μήνες
Για το επόμενο διάστημα,
ο οίκος αξιολόγησης
αναμένει μέτρια αύξηση
του κόστους κινδύνου,
καθώς η Ευρωπαϊκή
Κεντρική Τράπεζα έχει
επανέλθει σε τροχιά
νομισματικής σύσφιξης
και δεν αποκλείεται το
ενδεχόμενο νέων αυξήσεων
επιτοκίων.
Το βασικό
μακροοικονομικό σενάριο
της DBRS
προβλέπει υποτονική αλλά
ανθεκτική ανάπτυξη και
σταθερή ανεργία στην
Ευρώπη κατά την περίοδο
2026-2027. Οι κίνδυνοι,
ωστόσο, παραμένουν
αυξημένοι και κλίνουν
προς ένα δυσμενέστερο
οικονομικό αποτέλεσμα,
κυρίως εξαιτίας του
ενδεχομένου
παρατεταμένων διαταραχών
στην ενεργειακή
τροφοδοσία από τη Μέση
Ανατολή.
Οι επόμενοι 12 έως 18
μήνες θα αποτελέσουν
κρίσιμο τεστ για το κατά
πόσο οι ευρωπαϊκές
τράπεζες έχουν πετύχει
μια διαρθρωτική μείωση
του κόστους κινδύνου σε
βάθος οικονομικού κύκλου
ή αν η επίδραση των
υψηλότερων επιτοκίων
στην πιστωτική ποιότητα
απλώς καθυστερεί να
εκδηλωθεί.
Σε κάθε περίπτωση, η
DBRS
εκτιμά ότι οι τράπεζες
διαθέτουν τη δυνατότητα
να απορροφήσουν μια
ενδεχόμενη ομαλοποίηση
του κόστους κινδύνου,
χάρη στην ισχυρή
κεφαλαιακή τους θέση,
την επαρκή ρευστότητα
και την κερδοφορία τους.
|