|
Το σκεπτικό που
αποδίδεται σε
Αμερικανούς
αξιωματούχους είναι ότι
η προσφορά οικονομικών
κινήτρων θα μπορούσε να
λειτουργήσει ως μοχλός
πίεσης προς τη ρωσική
ηγεσία και ιδιαίτερα
προς τμήματα της ρωσικής
οικονομικής και
πολιτικής ελίτ που θα
μπορούσαν να
υποστηρίξουν μια αλλαγή
στάσης.
Η
συζήτηση με τον Πούτιν
και η παρέμβαση Κούσνερ
Το παρασκήνιο που
περιγράφουν οι
New
York
Times
αποτυπώνει και τη
δυσκολία των
αμερικανικών
προσπαθειών.
Κατά τη διάρκεια
συνάντησης Αμερικανών
απεσταλμένων με τον
Βλαντίμιρ Πούτιν,
ο Ρώσος πρόεδρος φέρεται
να εμφανίστηκε βέβαιος
ότι οι ρωσικές δυνάμεις
θα καταλάβουν το σύνολο
του Ντονμπάς,
υποστηρίζοντας παράλληλα
ότι η Ρωσία είναι σε
θέση να πλήξει την
ενεργειακή υποδομή της
Ουκρανίας.
Ο Τζάρεντ
Κούσνερ,
σύμφωνα με την ίδια
αφήγηση, αμφισβήτησε
αυτή την εκτίμηση,
επισημαίνοντας ότι
παρόμοιες διαβεβαιώσεις
είχαν δοθεί και έναν
χρόνο νωρίτερα χωρίς να
έχει επιτευχθεί ο
αντίστοιχος στόχος.
Το περιστατικό
αποτυπώνει το βασικό
πρόβλημα των
διαπραγματεύσεων: η
Μόσχα εξακολουθεί να
θεωρεί ότι ο χρόνος
μπορεί να λειτουργήσει
υπέρ της, ενώ η
Ουάσιγκτον αναζητά έναν
τρόπο να μετατρέψει αυτή
την αντίληψη σε κίνητρο
για συμβιβασμό.
Από
το «πρώτα ειρήνη, μετά
μπίζνες» στο αντίστροφο
μοντέλο
Η σημαντικότερη αλλαγή
αφορά την οικονομική
διάσταση.
Η κυβέρνηση Τραμπ
εξετάζει εάν ορισμένες
συμφωνίες με τη Ρωσία
μπορούν να προχωρήσουν
πριν από μια συνολική
συμφωνία για την
Ουκρανία. Η λογική είναι
ότι η επαναφορά
οικονομικών κινήτρων θα
μπορούσε να αποτελέσει
ένα μήνυμα προς τη Μόσχα
ότι οι Ηνωμένες
Πολιτείες είναι πράγματι
διατεθειμένες να
οικοδομήσουν μια νέα
σχέση με τη Ρωσία.
Πρόκειται για
αξιοσημείωτη μετατόπιση.
Πέρυσι, ο Τραμπ είχε
συνδέσει την
επανεκκίνηση των
οικονομικών σχέσεων με
την επίλυση του πολέμου.
Τώρα εξετάζεται εάν η
οικονομική συνεργασία
μπορεί να χρησιμοποιηθεί
ως εργαλείο για
να επιτευχθεί η πολιτική
συμφωνία.
Το περιεχόμενο των
πιθανών συμφωνιών δεν
έχει οριστικοποιηθεί.
Ωστόσο, στο παρελθόν η
ρωσική πλευρά είχε
προτείνει συνεργασίες σε
τομείς όπως οι σπάνιες
γαίες, το αλουμίνιο,
ενεργειακά
projects
στην Αρκτική και άλλες
δραστηριότητες στις
οποίες θα μπορούσαν να
επιστρέψουν αμερικανικές
επιχειρήσεις.
Το
«καρότο» απέναντι στο
«μαστίγιο»
Η αλλαγή αποκτά
μεγαλύτερη σημασία
επειδή συμβαίνει την
ίδια στιγμή που το
αμερικανικό Κογκρέσο
προωθεί ένα από τα πιο
αυστηρά πακέτα
οικονομικής πίεσης προς
τη Ρωσία.
Η Βουλή των Αντιπροσώπων
ενέκρινε με 262
ψήφους υπέρ έναντι 159
κατά το
νομοσχέδιο κυρώσεων που
στοχεύει τον ρωσικό
ενεργειακό και αμυντικό
τομέα, καθώς και τον
λεγόμενο «σκιώδη στόλο»
που χρησιμοποιείται για
την παράκαμψη
υφιστάμενων κυρώσεων. Το
νομοσχέδιο βρίσκεται
πλέον ενώπιον του Τραμπ.
Παράλληλα, δίνει στον
Αμερικανό πρόεδρο τη
δυνατότητα επιβολής
δασμών έως και
100% σε χώρες
που συνεχίζουν να
αγοράζουν σημαντικές
ποσότητες ρωσικού
πετρελαίου και φυσικού
αερίου, μεταξύ άλλων η
Κίνα και η Ινδία.
Έτσι διαμορφώνεται ένα
ιδιαίτερο δίπολο:
Κυρώσεις και οικονομική
πίεση από τη μία πλευρά
– οικονομικά κίνητρα και
πιθανή επανασύνδεση με
τη Ρωσία από την άλλη.
Το ερώτημα είναι ποιο
από τα δύο εργαλεία θα
αποδειχθεί
αποτελεσματικότερο στην
αλλαγή της στάσης του
Κρεμλίνου.
Το
Ντονμπάς παραμένει το
μεγάλο εμπόδιο
Στην καρδιά του
αδιεξόδου παραμένει το
εδαφικό ζήτημα.
Η Ρωσία εξακολουθεί να
ζητά τον έλεγχο εδαφών
του Ντονμπάς που σήμερα
βρίσκονται υπό ουκρανικό
έλεγχο, ενώ η Ουκρανία
δεν έχει αποδεχθεί την
αποχώρηση των δυνάμεών
της από τις
συγκεκριμένες περιοχές.
Αυτός είναι και ο λόγος
για τον οποίο οι
αμερικανικές προσπάθειες
έχουν μέχρι σήμερα
περιορισμένη πρόοδο. Η
Ουάσιγκτον μπορεί να
πιέζει το Κίεβο να
εξετάσει συμβιβασμούς,
αλλά δεν έχει καταφέρει
να εξασφαλίσει
αντίστοιχη υποχώρηση από
τη ρωσική πλευρά.
Ο Κούσνερ έχει
περιγράψει τον ρόλο της
αμερικανικής κυβέρνησης
ως προσπάθεια να βρεθεί
μια «δημιουργική λύση»
που θα επιτρέψει στις
δύο πλευρές να
προχωρήσουν,
αναγνωρίζοντας
ουσιαστικά ότι το
εδαφικό παραμένει το
βασικό σημείο εμπλοκής.
Νέα
προσπάθεια για
επανεκκίνηση των
συνομιλιών
Μετά από μήνες
περιορισμένης προόδου,
οι απεσταλμένοι του
Τραμπ Στιβ
Γουίτκοφ και Τζάρεντ
Κούσνερ
πραγματοποίησαν νέες
επαφές με τη Μόσχα και
το Κίεβο, σε μια
προσπάθεια να
επανεκκινήσει η
διπλωματική διαδικασία.
Ουκρανικές πηγές έχουν
αφήσει ανοιχτό το
ενδεχόμενο επανάληψης
των τριμερών συνομιλιών
ΗΠΑ–Ουκρανίας–Ρωσίας τον
Οκτώβριο.
Στο τραπέζι θα μπορούσαν
να βρεθούν ακόμη και
περιορισμένες
συμφωνίες εκεχειρίας,
όπως η διακοπή επιθέσεων
κατά ενεργειακών
υποδομών ή κατά της
ναυσιπλοΐας στη Μαύρη
Θάλασσα.
Η ιδέα μιας
περιορισμένης εκεχειρίας
δεν είναι θεωρητική. Η
Μόσχα έχει ήδη δηλώσει
ότι αντιμετωπίζει θετικά
την πρόταση για αμοιβαίο
μορατόριουμ στις
επιθέσεις κατά
ενεργειακών
εγκαταστάσεων, αν και
συνδέει την εφαρμογή της
με πρόσθετες
προϋποθέσεις, μεταξύ των
οποίων η ασφάλεια της
εμπορικής ναυσιπλοΐας
και η άρση κυρώσεων.
Το
μεγάλο ερώτημα για την
αμερικανική στρατηγική
Η εξέλιξη δημιουργεί ένα
νέο παράδοξο για την
πολιτική της Ουάσιγκτον.
Την ώρα που το Κογκρέσο
αυξάνει την οικονομική
πίεση προς τη Ρωσία, ο
Λευκός Οίκος εξετάζει
εάν η οικονομική
επαναπροσέγγιση
μπορεί να χρησιμοποιηθεί
ως κίνητρο για την
επίτευξη ειρήνης.
Το εάν οι δύο αυτές
πολιτικές μπορούν να
λειτουργήσουν ταυτόχρονα
αποτελεί ένα από τα
βασικά ερωτήματα της
επόμενης φάσης των
διαπραγματεύσεων.
Για τη Ρωσία, οι
κυρώσεις αυξάνουν το
οικονομικό κόστος της
συνέχισης του πολέμου.
Για την κυβέρνηση Τραμπ,
οι πιθανές
επιχειρηματικές
συμφωνίες αποτελούν ένα
διαφορετικό είδος
κινήτρου: την προοπτική
ότι η Ρωσία θα μπορούσε
να αποκτήσει πρόσβαση σε
αμερικανικό κεφάλαιο,
τεχνολογία και
επιχειρηματικές
συνεργασίες εφόσον
υπάρξει αλλαγή πορείας.
Το βασικό εμπόδιο,
ωστόσο, παραμένει ίδιο:
η απόσταση
ανάμεσα στις εδαφικές
απαιτήσεις της Μόσχας
και στις θέσεις του
Κιέβου.
Έτσι, η αμερικανική
στρατηγική φαίνεται να
περνά σε μια νέα φάση,
όπου το «μαστίγιο» των
κυρώσεων συνυπάρχει με
το «καρότο» της
οικονομικής
επανασύνδεσης. Το εάν
αυτή η ισορροπία θα
οδηγήσει σε πραγματική
επανεκκίνηση των
συνομιλιών ή θα
παραμείνει ακόμη μία
προσπάθεια διαχείρισης
ενός παρατεταμένου
αδιεξόδου θα κριθεί στις
επόμενες
διαπραγματεύσεις.
|