|
Γιατί η Ουάσιγκτον
πιέζει Παρίσι και
Βερολίνο
Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ
για τα ευρωπαϊκά
αποθέματα δεν είναι
τυχαίο.
Η Γαλλία και η
Γερμανία διαθέτουν μαζί
περισσότερο από το ένα
τρίτο των στρατηγικών
αποθεμάτων ντίζελ της
Ευρωπαϊκής Ένωσης,
η οποία διαθέτει
συνολικά περίπου 39
εκατ. τόνους στρατηγικών
αποθεμάτων ντίζελ.
Αμερικανοί αξιωματούχοι
εμφανίζονται ιδιαίτερα
ενοχλημένοι από το
γεγονός ότι οι δύο
χώρες, σύμφωνα με τις
ίδιες πηγές, δεν έχουν
ανταποκριθεί πλήρως στις
δεσμεύσεις που είχαν
αναλάβει στο πλαίσιο της
συντονισμένης
απελευθέρωσης
στρατηγικών αποθεμάτων
πετρελαίου που
συμφωνήθηκε νωρίτερα
φέτος μέσω του
Διεθνούς Οργανισμού
Ενέργειας (IEA).
Η Ουάσιγκτον έχει ήδη
μεταφέρει τις σχετικές
ανησυχίες της στον
IEA,
ο οποίος συντονίζει τις
κινήσεις των χωρών-μελών
για την αντιμετώπιση των
διαταραχών στην
παγκόσμια αγορά
πετρελαίου.
Το «όπλο» των
αμερικανικών εξαγωγών
Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ
εξετάζει όλο και πιο
ανοιχτά το ενδεχόμενο να
περιορίσει τις εξαγωγές
αμερικανικού ντίζελ.
Ο Αμερικανός πρόεδρος
δήλωσε ότι το ενδεχόμενο
απαγόρευσης εξετάζεται
τακτικά, αναγνωρίζοντας
ωστόσο ότι ένα τέτοιο
μέτρο θα είχε και
παρενέργειες.
Η λογική είναι ότι η
συγκράτηση των εξαγωγών
θα μπορούσε να αυξήσει
την προσφορά στην
αμερικανική αγορά και να
πιέσει χαμηλότερα τις
εγχώριες τιμές του
ντίζελ. Από την άλλη
πλευρά, η μείωση των
διαθέσιμων ποσοτήτων για
τις διεθνείς αγορές θα
μπορούσε να επιβαρύνει
την παγκόσμια αγορά και
να αυξήσει τις τιμές
εκτός ΗΠΑ.
Η ίδια η αμερικανική
κυβέρνηση έχει
αναγνωρίσει ότι μια
γενικευμένη απαγόρευση
εξαγωγών αποτελεί ένα
ιδιαίτερα επιθετικό
εργαλείο. Η Ουάσιγκτον
εξετάζει παράλληλα πιο
περιορισμένες
παρεμβάσεις, όπως
εθελοντικούς
περιορισμούς από τα
διυλιστήρια και μέτρα
για την αύξηση της
εγχώριας προσφοράς.
Πολλαπλά μέτωπα για το
ντίζελ
Ο υπουργός Ενέργειας των
ΗΠΑ Κρις Ράιτ
έχει περιγράψει μια
αγορά στην οποία οι
διαταραχές δεν
προέρχονται από μία μόνο
πηγή.
Η παγκόσμια προσφορά
έχει δεχθεί πλήγμα από
τις απώλειες εξαγωγών
ντίζελ από τη Μέση
Ανατολή και την Κίνα,
ενώ οι πολεμικές
συγκρούσεις έχουν
επηρεάσει την παραγωγή
και τη λειτουργία
διυλιστηρίων.
Παράλληλα, ο πόλεμος
Ρωσίας–Ουκρανίας έχει
προκαλέσει επανειλημμένα
προβλήματα στις
ενεργειακές υποδομές και
στις ροές καυσίμων, ενώ
η σύγκρουση στη Μέση
Ανατολή έχει επιβαρύνει
περαιτέρω την κατάσταση.
Η αγορά βρίσκεται έτσι
αντιμέτωπη με έναν
συνδυασμό
χαμηλών αποθεμάτων,
περιορισμένης
διυλιστικής
δυναμικότητας και
γεωπολιτικών διαταραχών.
Η Ευρώπη εξαρτάται από
τις εισαγωγές
Το πρόβλημα για την
Ευρώπη είναι ακόμη
μεγαλύτερο, καθώς η
περιοχή έχει καταστεί
σημαντικός εισαγωγέας
ντίζελ μετά τη μείωση
της εξάρτησης από το
ρωσικό πετρέλαιο και τις
αλλαγές στη διυλιστική
της δυναμικότητα.
Οι ΗΠΑ έχουν εξελιχθεί
σε έναν από τους
σημαντικότερους
προμηθευτές της
ευρωπαϊκής αγοράς,
γεγονός που καθιστά
οποιονδήποτε περιορισμό
των αμερικανικών
εξαγωγών ιδιαίτερα
κρίσιμο για την
ευρωπαϊκή εφοδιαστική
αλυσίδα.
Γι' αυτό και η Ευρωπαϊκή
Ένωση βρίσκεται ήδη σε
επαφές υψηλού επιπέδου
με την Ουάσιγκτον, καθώς
ένας περιορισμός των
αμερικανικών εξαγωγών θα
μπορούσε να αυξήσει τον
ανταγωνισμό μεταξύ
Ευρώπης, Λατινικής
Αμερικής, Αφρικής και
Ασίας για τις διαθέσιμες
ποσότητες ντίζελ.
Νέα πίεση στις τιμές
Το δίλημμα είναι πλέον
εμφανές: οι ΗΠΑ θέλουν
μεγαλύτερη προσφορά στην
εγχώρια αγορά και
εξετάζουν τον περιορισμό
των εξαγωγών, ενώ
ταυτόχρονα πιέζουν την
Ευρώπη να απελευθερώσει
τα δικά της στρατηγικά
αποθέματα.
Η εξέλιξη αυτή
αναδεικνύει πόσο
περιορισμένα είναι πλέον
τα περιθώρια στην
παγκόσμια αγορά ντίζελ.
Και όσο οι γεωπολιτικές
διαταραχές συνεχίζονται,
η αγορά καλείται να
ισορροπήσει ανάμεσα σε
δύο αντίθετες ανάγκες:
περισσότερα
αποθέματα ασφαλείας για
την αντιμετώπιση μιας
κρίσης και ταυτόχρονα
αποδέσμευση αυτών των
αποθεμάτων για να
περιοριστούν οι
σημερινές τιμές.
Με το ντίζελ να αποτελεί
κρίσιμο καύσιμο για τις
μεταφορές, τη γεωργία
και τη βιομηχανία, η
εξέλιξη των επόμενων
εβδομάδων θα έχει άμεσο
αντίκτυπο όχι μόνο στις
τιμές των καυσίμων αλλά
και στο συνολικό
πληθωριστικό περιβάλλον.
|