|
Η οικονομία δεν
κατέρρευσε. Αλλά ούτε
γνώρισε την εκρηκτική
αναγέννηση που είχε
υποσχεθεί ο Αμερικανός
πρόεδρος.
Λιγότεροι εργαζόμενοι,
όχι περισσότερες θέσεις
εργασίας
Ένα από τα πιο
χαρακτηριστικά σημάδια
της νέας οικονομικής
πραγματικότητας
βρίσκεται στην αγορά
εργασίας.
Η μεταναστευτική
πολιτική της κυβέρνησης
Trump
έχει περιορίσει τη
δεξαμενή διαθέσιμου
εργατικού δυναμικού, την
ώρα που η γήρανση του
αμερικανικού πληθυσμού
δημιουργεί πρόσθετες
πιέσεις στην προσφορά
εργασίας.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι
από την επιστροφή του
Trump
στον Λευκό Οίκο έχουν
μειωθεί τόσο το εργατικό
δυναμικό όσο και ο
αριθμός των
απασχολουμένων.
Αυτό σημαίνει ότι η
αγορά εργασίας
συρρικνώνεται από την
πλευρά της προσφοράς,
χωρίς όμως να έχει
εμφανιστεί η βιομηχανική
έκρηξη που αποτελούσε
βασικό μέρος της
οικονομικής ατζέντας του
προέδρου.
Και εδώ βρίσκεται μία
από τις βασικές
αντιφάσεις του
Trumpomics:
λιγότεροι
διαθέσιμοι εργαζόμενοι
δεν σημαίνουν αυτομάτως
περισσότερες και
καλύτερα αμειβόμενες
θέσεις εργασίας.
Οι δασμοί δεν έφεραν
ακόμη τη βιομηχανική
αναγέννηση
Ο Trump
είχε παρουσιάσει τους
δασμούς ως ένα από τα
βασικότερα εργαλεία για
την επιστροφή παραγωγής,
εργοστασίων και θέσεων
εργασίας στις ΗΠΑ.
Μέχρι στιγμής, όμως, η
εικόνα δεν δικαιώνει
πλήρως την υπόσχεση.
Οι μισθωτές θέσεις
εργασίας στη μεταποίηση
παραμένουν χαμηλότερες
από τα επίπεδα του
Ιανουαρίου 2025, όταν
ολοκληρώθηκε η πρώτη
προεδρία Biden.
Η μεγάλη επενδυτική
έκρηξη πραγματοποιείται
αλλού: στα
data
centers,
στις ενεργειακές
υποδομές και στην
τεχνητή νοημοσύνη.
Οι επενδύσεις αυτές
δημιουργούν σημαντική
ζήτηση για κατασκευές,
μηχανικούς, εξοπλισμό
και ηλεκτρική ενέργεια,
όμως δεν έχουν μέχρι
στιγμής μεταφραστεί σε
μια ευρείας κλίμακας
αναβίωση της
παραδοσιακής
αμερικανικής
βιομηχανίας.
Η αμερικανική οικονομία
των 342 εκατ. ανθρώπων
είναι άλλωστε πολύ πιο
σύνθετη από το
εργοστάσιο που ο
Trump
θέλει να επαναφέρει.
Οι Αμερικανοί συνεχίζουν
να ξοδεύουν σε
εστιατόρια, υπηρεσίες
και ψυχαγωγία, ενώ η
γήρανση του πληθυσμού
αυξάνει τη ζήτηση για
εργαζομένους στην υγεία
και τη φροντίδα.
Οι υπηρεσίες
εξακολουθούν να
αποτελούν την καρδιά της
αμερικανικής αγοράς
εργασίας και όχι η
μεταποίηση.
Η μεγάλη υπόσχεση των
χαμηλότερων τιμών
Το κόστος ζωής αποτέλεσε
ένα από τα σημαντικότερα
όπλα του Trump
στην προεκλογική
εκστρατεία του 2024.
Η υπόσχεση για
γενικευμένη πτώση των
τιμών ήταν εξαρχής
δύσκολο να υλοποιηθεί.
Σε μια ανεπτυγμένη
οικονομία, μια
πραγματική και ευρείας
κλίμακας πτώση τιμών
συνδέεται συνήθως με
βαθιά ύφεση.
Το πιο ρεαλιστικό
ζητούμενο θα ήταν η
σημαντική επιβράδυνση
του πληθωρισμού.
Και ακόμη και εκεί,
όμως, η πρόοδος έχει
αποδειχθεί περιορισμένη.
Οι πληθωριστικές πιέσεις
παραμένουν πάνω από τον
στόχο του 2% της
Federal
Reserve,
ενώ οι δασμοί έχουν
αρχίσει να
μετακυλίονται,
τουλάχιστον εν μέρει,
στις τελικές τιμές.
Στο μεταξύ, το πετρέλαιο
κοντά στα 100
δολάρια το βαρέλι,
περίπου 50% υψηλότερα
από τα επίπεδα πριν από
την έναρξη του πολέμου
στη Μέση Ανατολή στα
τέλη Φεβρουαρίου,
δημιουργεί νέα πίεση σε
καύσιμα, μεταφορές και
παραγωγικό κόστος.
Και αυτό ακριβώς είναι
το σενάριο που η
Fed
δεν θέλει να δει: έναν
νέο ενεργειακό κραδασμό
να μετατρέπεται από
προσωρινή αύξηση κόστους
σε ευρύτερο και
επίμονο πληθωρισμό.
Η AI
κρατά όρθια την
οικονομία
Αν υπάρχει ένας τομέας
που πραγματικά ξεχωρίζει
στη σημερινή αμερικανική
οικονομία, αυτός είναι η
τεχνητή νοημοσύνη.
Η έκρηξη των επενδύσεων
σε AI
έχει μετατραπεί σε έναν
από τους σημαντικότερους
κινητήρες της ανάπτυξης,
στηρίζοντας ταυτόχρονα
τη Wall
Street,
τις επιχειρηματικές
επενδύσεις και την αγορά
εταιρικού χρέους.
Οι εκδόσεις εταιρικών
ομολόγων έφτασαν τα
1,52 τρισ.
δολάρια έως το τέλος
Ιουνίου,
κινούμενες με ιστορικά
υψηλό ρυθμό και
ξεπερνώντας ακόμη και
την αντίστοιχη δυναμική
του 2020.
Μεγάλο μέρος αυτών των
κεφαλαίων κατευθύνεται
σε data
centers,
ενεργειακές υποδομές και
επενδύσεις που
σχετίζονται άμεσα ή
έμμεσα με την AI.
Η εξέλιξη είναι
εξαιρετικά θετική για
την αμερικανική
οικονομία, αλλά
δημιουργεί και μια νέα
εξάρτηση.
Όσο περισσότερο η
ανάπτυξη στηρίζεται στην
AI,
τόσο μεγαλύτερος γίνεται
ο κίνδυνος η επενδυτική
δυναμική να εξαρτάται
από έναν περιορισμένο
αριθμό τεχνολογικών
κλάδων και επιχειρήσεων.
Το εισόδημα των
νοικοκυριών αρχίζει να
πιέζεται
Η κατανάλωση εξακολουθεί
να κρατά ψηλά την
αμερικανική οικονομία.
Πίσω όμως από τον
συνολικό δείκτη κρύβεται
μια ολοένα πιο άνιση
εικόνα.
Τα υψηλότερα
εισοδηματικά στρώματα
και οι κάτοχοι μετοχών
επωφελούνται από την
άνοδο των χρηματιστηρίων
και την αύξηση του
πλούτου τους.
Για τη μεσαία και
χαμηλότερη εισοδηματική
τάξη, όμως, η
πραγματικότητα είναι
διαφορετική.
Στέγαση, τρόφιμα,
ενέργεια και κόστος
δανεισμού απορροφούν
ολοένα μεγαλύτερο μέρος
του οικογενειακού
προϋπολογισμού.
Το πραγματικό διαθέσιμο
προσωπικό εισόδημα,
δηλαδή το εισόδημα μετά
τους φόρους και
προσαρμοσμένο για τον
πληθωρισμό, έχει
σταματήσει να αυξάνεται
και το τελευταίο
διάστημα παρουσιάζει
υποχώρηση.
Πρόκειται για σημαντικό
προειδοποιητικό σήμα.
Οι Αμερικανοί συνεχίζουν
να καταναλώνουν, αλλά
το διαθέσιμο
περιθώριο για να
συνεχίσουν στον ίδιο
ρυθμό περιορίζεται.
Η στέγη παραμένει η
μεγάλη πληγή
Αν υπάρχει ένα πεδίο στο
οποίο η οικονομική
πραγματικότητα απέχει
περισσότερο από τις
πολιτικές υποσχέσεις,
αυτό είναι η αγορά
κατοικίας.
Η προσιτότητα της
κατοικίας έχει
επιδεινωθεί δραματικά
μετά την περίοδο των
εξαιρετικά χαμηλών
επιτοκίων.
Οι τιμές των ακινήτων
αυξήθηκαν έντονα, ενώ
στη συνέχεια οι αυξήσεις
επιτοκίων της Fed
εκτόξευσαν το κόστος των
στεγαστικών δανείων.
Παράλληλα, υψηλά
παραμένουν τα ασφάλιστρα
κατοικίας, καθώς
αυξάνονται το κόστος
επισκευών και οι
κίνδυνοι που συνδέονται
με ακραία καιρικά
φαινόμενα.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση
μπορεί να προσφέρει
φορολογικά κίνητρα και
χρηματοδοτικά εργαλεία,
όμως δεν μπορεί να λύσει
εύκολα το βασικό
πρόβλημα: την
ανεπαρκή προσφορά
κατοικιών σε πολλές
περιοχές.
Οι πολεοδομικοί και
χωροταξικοί περιορισμοί
καθορίζονται σε μεγάλο
βαθμό σε πολιτειακό και
τοπικό επίπεδο.
Έτσι, η ιδιοκατοίκηση,
ένα από τα παραδοσιακά
σύμβολα οικονομικής
ασφάλειας στις ΗΠΑ, έχει
μετατραπεί σε δυσανάλογα
μεγάλο βάρος για το
εισόδημα της μεσαίας
τάξης.
Η Wall
Street
γράφει κέρδη, αλλά όχι
ιστορία
Ο Trump
χρησιμοποιεί τα ιστορικά
υψηλά των αμερικανικών
χρηματιστηριακών δεικτών
ως απόδειξη της
επιτυχίας της
οικονομικής πολιτικής
του.
Η εικόνα όμως είναι πιο
σύνθετη.
Ο S&P
500 έχει ενισχυθεί
περίπου 25% στους
πρώτους 18 μήνες της
δεύτερης θητείας
Trump.
Εντυπωσιακό μεν, αλλά
όχι ιστορικά πρωτοφανές.
Η επίδοση βρίσκεται
περίπου στη διάμεσο των
αντίστοιχων αποδόσεων
των πρώτων 18 μηνών των
αμερικανικών προεδριών
από την εποχή του
Ronald
Reagan,
η οποία διαμορφώνεται
περίπου στο 24%.
Με άλλα λόγια, η
Wall
Street
έχει πάει καλά, αλλά δεν
έχει παρουσιάσει μια
επίδοση που να
διαφοροποιεί δραματικά
τη δεύτερη προεδρία
Trump
από την ιστορική
κανονικότητα.
Και υπάρχει μια ακόμη
σημαντικότερη
παράμετρος: η
άνοδος των μετοχών δεν
κατανέμεται ομοιόμορφα
στον αμερικανικό
πληθυσμό.
Όσοι διαθέτουν σημαντική
έκθεση σε μετοχές
βλέπουν τον πλούτο τους
να αυξάνεται. Όσοι ζουν
κυρίως από το εισόδημά
τους από εργασία
αντιμετωπίζουν πολύ
διαφορετική
πραγματικότητα.
Το πραγματικό «Trump
trade»
βρίσκεται αλλού
Το παράδοξο των πρώτων
18 μηνών είναι ότι η
οικονομία έχει
αποδειχθεί ανθεκτική,
αλλά μεγάλο μέρος αυτής
της ανθεκτικότητας δεν
προέρχεται από τις
πολιτικές που βρίσκονται
στην κορυφή της ατζέντας
Trump.
Δεν είναι οι δασμοί που
οδηγούν την ανάπτυξη.
Δεν είναι η μεταποίηση
που δημιουργεί την
έκρηξη των επενδύσεων.
Δεν είναι η μείωση της
μετανάστευσης που
ενισχύει την προσφορά
εργασίας.
Ο βασικός κινητήρας
είναι η τεχνητή
νοημοσύνη, τα
data
centers,
οι ενεργειακές
επενδύσεις, η τεχνολογία
και η ισχυρή αμερικανική
εταιρική οικονομία.
Αυτό εξηγεί γιατί οι
αγορές μπορούν να
βρίσκονται σε ιστορικά
υψηλά, την ώρα που
σημαντικό τμήμα της
μεσαίας τάξης αισθάνεται
ότι η οικονομία δεν
λειτουργεί υπέρ του.
Το μεγάλο τεστ θα είναι
οι εκλογές
Και εδώ βρίσκεται το
μεγαλύτερο πολιτικό
ρίσκο για τον
Trump.
Οι χρηματιστηριακοί
δείκτες μπορεί να
βρίσκονται κοντά σε
ιστορικά υψηλά. Η
αμερικανική οικονομία
μπορεί να έχει αποφύγει
την ύφεση. Οι επενδύσεις
στην AI
μπορεί να δημιουργούν
έναν νέο κύκλο
τεχνολογικής ανάπτυξης.
Όμως οι ψηφοφόροι δεν
ψηφίζουν με βάση μόνο
τον S&P
500.
Θα ψηφίσουν με βάση το
κόστος ζωής, το
διαθέσιμο εισόδημα, τα
στεγαστικά επιτόκια, το
κόστος κατοικίας, την
αγορά εργασίας και την
αγοραστική δύναμη.
Και εδώ το αποτέλεσμα
των πρώτων 18 μηνών της
δεύτερης προεδρίας
Trump
είναι πολύ πιο σύνθετο.
Η αμερικανική οικονομία
άντεξε. Το μεγάλο
ερώτημα είναι αν
βελτιώθηκε.
Μέχρι στιγμής, η
απάντηση δεν είναι τόσο
ξεκάθαρη όσο θα ήθελε ο
Λευκός Οίκος.
Και ενόψει των
ενδιάμεσων εκλογών, αυτό
μπορεί να αποδειχθεί
πολύ πιο σημαντικό από
το πόσο ψηλά βρίσκεται ο
S&P
500.
|