|
Από το 2025 οι 4
σημαντικές τράπεζες,
εφαρμόζουν, για
εποπτικούς σκοπούς,
επιταχυνόμενη απόσβεση
του αναβαλλόμενου φόρου.
Ειδικότερα, διενεργούν
πρόσθετη εποπτική
προσαρμογή, μειώνοντας
τα εποπτικά τους
κεφάλαια, κατά ποσό ίσο
με το 29% της πρόβλεψης
διανομής μερίσματος
στους μετόχους.
Περαιτέρω η ΤτΕ
προειδοποιεί ότι η
σημαντική επιδείνωση των
οικονομικών μεγεθών των
Ελληνικών τραπεζών θα
είχε σοβαρό αρνητικό
αντίκτυπο και στα
επενδυτικά
χαρακτηριστικά τους,
δυσχεραίνοντας περαιτέρω
την προσέλκυση
επενδυτικού
ενδιαφέροντος για την
κάλυψη των κεφαλαιακών
αναγκών (λόγω της
διαγραφής του
αναβαλλόμενου φόρου),
ενώ θα επηρέαζε και τη
δυνατότητα
χρηματοδότησης της
οικονομίας, καθώς δεν θα
μπορούσαν να συνεχίσουν
την πιστωτική επέκταση
λόγω των κεφαλαιακών
ελλείψεων. Η αρνητική
επίπτωση θα επεκτεινόταν
και πέραν των πιστωτικών
ιδρυμάτων, καθώς θα
επηρεαζόταν η ασφάλεια
δικαίου και η επενδυτική
εικόνα της χώρας»
Η Τράπεζα της Ελλάδος
εκτιμά ότι η διαρκής
επαναφορά του θέματος
στον δημόσιο λόγο
δημιουργεί σοβαρά
ερωτηματικά. «Η ανάκτηση
της εμπιστοσύνης στο
τραπεζικό σύστημα την
περίοδο μετά το 2015,
αποτέλεσε σημαντικό
επίτευγμα των
κυβερνήσεων, των
εποπτικών αρχών και των
διοικήσεων των τραπεζών.
Η φερεγγυότητα του
τραπεζικού συστήματος
αποτελεί ακρογωνιαίο
λίθο για την οικονομική
και χρηματοπιστωτική
σταθερότητα», καταλήγει
η ανακοίνωση της ΤτΕ.
Υπενθυμίζεται ότι ο
αναβαλλόμενος φόρος
προέκυψε από τις μεγάλες
ζημίες που υπέστησαν οι
τράπεζες κατά την
διάρκεια της οικονομικής
κρίσης, κυρίως από το
«κούρεμα» των ελληνικών
ομολόγων (PSI),
και από τις μεγάλες
διαγραφές μη
εξυπηρετούμενων δανείων.
Τις ζημιές αυτές
μπορούν, με βάση την
ισχύουσα φορολογική
νομοθεσία να εκπίπτουν
από τα μελλοντικά τους
κέρδη σε βάθος χρόνου.
Το συγκεκριμένο ποσό του
αναβαλλόμενου φόρου που
αναγνωρίζεται ως
εποπτικό κεφάλαιο
αποσβένεται σταδιακά
κάθε έτος, σύμφωνα με
τις προβλέψεις της
ελληνικής νομοθεσίας.
|