|
Αντίστοιχη τάση
καταγράφεται και στα
ενοίκια, με τον σχετικό
δείκτη να αυξάνεται
σημαντικά σε ετήσια
βάση, αν και παραμένει
ακόμη χαμηλότερα από το
ιστορικό υψηλό του 2011.
Η επιδείνωση της
στεγαστικής επιβάρυνσης
αποτυπώνεται πλέον
έντονα τόσο στα ενοίκια
όσο και στις τιμές
αγοράς κατοικιών.
Η
Τράπεζα της Ελλάδος
αποδίδει την άνοδο των
τιμών κυρίως σε συνθήκες
υπερβάλλουσας ζήτησης
έναντι περιορισμένης
προσφοράς. Από την
πλευρά της ζήτησης,
καθοριστικό ρόλο
διαδραματίζει το έντονο
ενδιαφέρον από το
εξωτερικό, το οποίο
ενισχύθηκε σημαντικά την
περίοδο 2018–2025 μέσω
των ξένων άμεσων
επενδύσεων σε ακίνητα,
με μέσο όρο 1,6 δισ.
ευρώ ετησίως. Ωστόσο, το
2025 καταγράφεται μείωση
25% στις ροές αυτές, εν
μέρει λόγω αλλαγών στο
καθεστώς της Golden
Visa, ενώ οι
γεωπολιτικές εξελίξεις
δεν έχουν ακόμη πλήρως
αποτυπωθεί.
Στην εγχώρια αγορά, η
ζήτηση ενισχύεται από
διαρθρωτικούς παράγοντες
όπως η αστικοποίηση, η
αύξηση των νοικοκυριών
και η μεταβολή της
δημογραφικής δομής, με
άνοδο των μονοπρόσωπων
και μονογονεϊκών
νοικοκυριών.
Από
την πλευρά της
προσφοράς, η
περιορισμένη
διαθεσιμότητα κατοικιών
συνδέεται με την
απόσυρση ακινήτων από
την αγορά, την αργή
αναπλήρωση του
αποθέματος και τη
στασιμότητα της
κατασκευαστικής
δραστηριότητας. Πολλά
ακίνητα παραμένουν
δεσμευμένα λόγω μη
εξυπηρετούμενων δανείων
ή διαδικασιών
αναγκαστικής εκτέλεσης,
ενώ η αβεβαιότητα
μειώνει τα κίνητρα για
ανακαίνιση και
αξιοποίησή τους.
Σημαντικό ρόλο
διαδραματίζει επίσης η
βραχυχρόνια μίσθωση, με
πάνω από 200.000
καταλύματα να είναι
εγγεγραμμένα, αν και
πρόσφατα μέτρα
αναμένεται να
περιορίσουν τη δυναμική
της. Παράλληλα, η
πολυιδιοκτησία και το
υψηλό κόστος ανακαίνισης
δυσχεραίνουν την
επαναφορά ακινήτων στην
αγορά.
Η
οικοδομική δραστηριότητα
παραμένει υποτονική σε
σχέση με τον ευρωπαϊκό
μέσο όρο, με την
αβεβαιότητα που
προκάλεσε το πλαίσιο του
Νέου Οικοδομικού
Κανονισμού να έχει
επηρεάσει την πορεία των
νέων αδειών, αν και το
δεύτερο εξάμηνο του 2025
καταγράφεται ανάκαμψη.
Η
Τράπεζα της Ελλάδος
επισημαίνει ότι η
συνδυαστική αύξηση τιμών
κατοικιών, ενοικίων,
φορολογικής επιβάρυνσης
και λειτουργικού κόστους
έχει επιδεινώσει το
στεγαστικό ζήτημα και
έχει οδηγήσει σε χαμηλά
επίπεδα προσιτότητας
κατοικίας για τα
νοικοκυριά.
Υπό
αυτό το πρίσμα, κρίνεται
αναγκαία η επιτάχυνση
πολιτικών για την αύξηση
της προσφοράς κατοικιών,
τόσο μέσω νέων
κατασκευών όσο και μέσω
αξιοποίησης και
επαναφοράς υφιστάμενων
ακινήτων που παραμένουν
εκτός αγοράς.

|