|
Αυτό έχει οδηγήσει
μεγάλους θεσμικούς
επενδυτές να
επανεξετάζουν την
κατανομή τους στον χώρο
του AI.
Από τα chips
στους
hyperscalers
Οι επενδυτές
εξακολουθούν να
διατηρούν σημαντικές
θέσεις σε μετοχές
ημιαγωγών, παρά την
ισχυρή διόρθωση του
κλάδου τον Ιούλιο, όταν
αναζωπυρώθηκαν οι
αμφιβολίες για το κατά
πόσο οι τεράστιες
επενδύσεις στο AI
μπορούν να
δικαιολογηθούν από τα
μελλοντικά έσοδα.
Ωστόσο, παράλληλα
αυξάνουν την έκθεσή τους
στους
hyperscalers,
δηλαδή στους
μεγαλύτερους παρόχους
cloud
που διαθέτουν το
μέγεθος, το κεφάλαιο και
τις πελατειακές σχέσεις
για να επεκτείνουν
γρήγορα τις υποδομές
AI.
Η λογική είναι απλή: οι
εταιρείες αυτές δεν
πωλούν μόνο chips
ή υπολογιστική ισχύ.
Ελέγχουν ολόκληρο το
οικοσύστημα, από τα
data
centers
και το cloud
μέχρι τα μοντέλα, τις
πλατφόρμες και την
πρόσβαση στους τελικούς
πελάτες.
Όπως επισημαίνουν
διαχειριστές μεγάλων
χαρτοφυλακίων, οι
hyperscalers
αναγνωρίζονται πλέον ως
εταιρείες που πιθανότατα
θα είναι από τους
μεγαλύτερους
μακροπρόθεσμους
ωφελημένους της
μετάβασης στην εποχή του
AI.
Οι μεγαλύτεροι επενδυτές
του AI
δεν έχουν κερδίσει τα
περισσότερα
Υπάρχει όμως ένα
ενδιαφέρον παράδοξο.
Οι τέσσερις μεγαλύτεροι
επενδυτές σε AI
infrastructure
έχουν μέχρι στιγμής
υποαποδώσει σημαντικά
έναντι του δείκτη
ημιαγωγών της
Φιλαδέλφειας, ο οποίος
έχει καταγράψει άνοδο
περίπου 75%.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή
ήταν η πορεία ορισμένων
εξειδικευμένων εταιρειών
υπολογιστικού νέφους.
Η CoreWeave,
που υποστηρίζεται από τη
Nvidia,
έχει ενισχυθεί περίπου
50%, ενώ η Nebius
έχει καταγράψει άνοδο
άνω του 200%.
Οι λεγόμενοι
neocloud
providers
εκμεταλλεύονται την
έλλειψη διαθέσιμης
υπολογιστικής ισχύος,
νοικιάζοντας GPUs
και άλλες υποδομές σε
AI
labs
και επιχειρήσεις. Οι
υψηλές τιμές στην αγορά
για περιορισμένη
υπολογιστική
δυναμικότητα έχουν
δημιουργήσει εξαιρετικά
ισχυρές συνθήκες για
αυτές τις εταιρείες.
Το ερώτημα όμως είναι
για πόσο.
Το μεγάλο στοίχημα: τι
θα γίνει όταν αυξηθεί η
προσφορά;
Εδώ βρίσκεται ίσως η
σημαντικότερη επενδυτική
διάσταση της επόμενης
φάσης του AI.
Όσο η διαθέσιμη
υπολογιστική ισχύς είναι
περιορισμένη, οι
εταιρείες που διαθέτουν
GPUs
μπορούν να χρεώνουν
υψηλές τιμές.
Όταν όμως ολοκληρωθούν
τα νέα data
centers
και η προσφορά
computing
αυξηθεί σημαντικά, οι
τιμές θα μπορούσαν να
αρχίσουν να
αποκλιμακώνονται.
Αυτό αποτελεί δυνητικό
πρόβλημα για τους
neocloud
providers,
οι οποίοι έχουν υψηλές
κεφαλαιακές ανάγκες,
μεγαλύτερη εξάρτηση από
δανεισμό και
επιχειρηματικά μοντέλα
που είναι περισσότερο
εκτεθειμένα στις τιμές
της υπολογιστικής
ισχύος.
Αντίθετα, οι
hyperscalers
διαθέτουν τεράστιες
πελατειακές βάσεις,
ισχυρούς ισολογισμούς
και πολλαπλές πηγές
εσόδων.
Γι' αυτό και η
BCA
Research
προτείνει ουσιαστικά μια
στρατηγική
long
hyperscalers
/ short
neoclouds.
«Το σημερινό
capex
είναι τα αυριανά έσοδα»
Η άλλη πλευρά του
επιχειρήματος είναι ότι
οι τεράστιες επενδύσεις
των hyperscalers
δεν πρέπει να
αντιμετωπίζονται
αποκλειστικά ως κόστος.
Οι επενδύσεις που
πραγματοποιούνται σήμερα
δημιουργούν την
παραγωγική δυναμικότητα
που θα επιτρέψει αύριο
την αύξηση των εσόδων.
Ένας διαχειριστής της
Janus
Henderson
εκτιμά ότι από τα τέλη
του 2027 και μέσα στο
2028 θα αρχίσουμε να
βλέπουμε τους
hyperscalers
να αυξάνουν τα κέρδη και
τις ταμειακές ροές τους
ταχύτερα από την αύξηση
των νέων κεφαλαιουχικών
δαπανών.
Η εικόνα αυτή έχει
ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Οι hyperscalers
αναμένεται να
δημιουργήσουν περίπου
340 δισ. δολάρια
περισσότερες ετήσιες
λειτουργικές ταμειακές
ροές το 2027 σε σχέση με
το 2025, ενώ οι
κεφαλαιουχικές δαπάνες
τους αναμένεται να
αυξηθούν κατά περίπου
534 δισ. δολάρια.
Το μεγάλο στοίχημα
επομένως είναι εάν η νέα
παραγωγική δυναμικότητα
θα αρχίσει να
μετατρέπεται σε έσοδα
και τελικά σε ελεύθερες
ταμειακές ροές με ρυθμό
ταχύτερο από την αύξηση
του capex.
Δεν είναι «chips
ή cloud»
Η επενδυτική εικόνα δεν
είναι τόσο απλή ώστε να
περιορίζεται στο δίλημμα
«ημιαγωγοί ή
hyperscalers».
Το AI
εξελίσσεται σε ένα
τεράστιο οικοσύστημα,
στο οποίο συνυπάρχουν
chips,
data
centers,
cloud,
δίκτυα, λογισμικό,
μοντέλα AI
και εφαρμογές.
Ένας από τους
διαχειριστές της
Capital
Group
υποστηρίζει ότι οι
επενδυτές θα πρέπει να
έχουν έκθεση και στις
δύο πλευρές, καθώς τα
data
centers
χρειάζονται περίπου 12
έως 18 μήνες από την
κατασκευή τους μέχρι να
αρχίσουν να παράγουν
έσοδα.
Αυτό σημαίνει ότι η
αγορά μόλις τώρα αρχίζει
να βλέπει την οικονομική
επίδραση του τεράστιου
επενδυτικού κύκλου που
έχει ξεκινήσει.
Ποιοι θα επιβιώσουν όταν
τελειώσει η έλλειψη
Το κρίσιμο σημείο όμως
βρίσκεται λίγο πιο
μακριά.
Όταν η αγορά περάσει από
την εποχή της έλλειψης
υπολογιστικής ισχύος
στην εποχή της αφθονίας,
η κατοχή GPUs
από μόνη της δεν θα
αποτελεί αρκετό
ανταγωνιστικό
πλεονέκτημα.
Οι εταιρείες που θα
έχουν τον μεγαλύτερο
έλεγχο πάνω στην
υπολογιστική ισχύ, αλλά
ταυτόχρονα διαθέτουν τα
εργαλεία που επιτρέπουν
στους πελάτες να
χρησιμοποιούν
διαφορετικά AI
models
με μεγαλύτερη
αποδοτικότητα και
χαμηλότερο κόστος,
αναμένεται να αποκτήσουν
πλεονέκτημα.
Εδώ οι Amazon,
Microsoft
και Google
έχουν ένα σημαντικό
όπλο: κλίμακα,
πελατειακές σχέσεις,
cloud
υποδομές και
ολοκληρωμένα τεχνολογικά
οικοσυστήματα.
Οι αποτιμήσεις τους,
μάλιστα, έχουν
υποχωρήσει σε σχέση με
τα μεταπανδημικά υψηλά.
Η Microsoft
διαπραγματεύεται περίπου
στις 24,6 φορές τα
προθεσμιακά κέρδη, ενώ η
Meta
περίπου στις 17,6 φορές.
Αυτό δημιουργεί μια
ενδιαφέρουσα αντίθεση:
οι μεγαλύτερες εταιρείες
του AI
εξακολουθούν να
χρειάζονται τεράστιες
επενδύσεις, αλλά
ταυτόχρονα οι
αποτιμήσεις τους δεν
αντανακλούν πλέον την
ίδια υπερβολή που
παρατηρήθηκε σε
προηγούμενες φάσεις του
AI
rally.
Η μεγάλη παγίδα: το
AI
πρέπει να αποδώσει
Υπάρχει όμως ένας
παράγοντας που δεν
μπορεί να αγνοηθεί.
Η τεράστια κλίμακα των
επενδύσεων σημαίνει ότι
η τελική οικονομική
απόδοση του AI
πρέπει να είναι
εξαιρετικά μεγάλη για να
δικαιολογήσει το
σημερινό capex.
Ο CIO
της LGF+ZEST
εκτιμά ότι η
monetization
του AI
θα πρέπει να αυξηθεί
πέντε έως
δεκατρείς φορές
προκειμένου να
δικαιολογηθούν τα
σημερινά επενδυτικά
σχέδια.
Αυτό είναι το πραγματικό
τεστ της επόμενης φάσης.
Μέχρι τώρα, η αγορά
ανταμείβει κυρίως όσους
παρέχουν την υποδομή.
Στο επόμενο στάδιο,
όμως, θα αρχίσει να
αναζητά εκείνους που
μπορούν να μετατρέψουν
αυτή την υποδομή σε
σταθερά και
επαναλαμβανόμενα κέρδη.
Λιγότεροι νικητές από
όσους υπάρχουν σήμερα
Και εδώ βρίσκεται ίσως
το σημαντικότερο μήνυμα
για τους επενδυτές.
Η αγορά AI
σήμερα περιλαμβάνει έναν
τεράστιο αριθμό
εταιρειών που
εμφανίζονται ως
δυνητικοί νικητές. Όμως,
όσο η τεχνολογία
ωριμάζει, ο ανταγωνισμός
θα εντείνεται και τα
περιθώρια κέρδους θα
πιέζονται.
Οι εταιρείες με τα
μεγαλύτερα τεχνολογικά
οικοσυστήματα, τις
ισχυρότερες πελατειακές
σχέσεις και τον
μεγαλύτερο έλεγχο της
δικής τους υποδομής
είναι πιθανό να
συγκεντρώσουν μεγαλύτερο
μέρος της οικονομικής
αξίας.
Οι πραγματικοί νικητές
του AI
μπορεί τελικά να είναι
πολύ λιγότεροι από τους
σημερινούς υποψήφιους
νικητές.
Και αυτό σημαίνει ότι η
επόμενη φάση του
AI
bull
market
πιθανότατα δεν θα είναι
ένα οριζόντιο ράλι όλων
των εταιρειών που
συνδέονται με την
τεχνητή νοημοσύνη. Θα
είναι μια διαδικασία
επιλογής.
Στην πρώτη φάση κέρδισαν
όσοι πωλούν την «αξίνα
και το φτυάρι». Στη
δεύτερη, το ερώτημα θα
είναι ποιος
μπορεί πραγματικά να
βγάλει χρήματα από το
ορυχείο.
|