|
Τι δείχνει η ιστορία
Η BCA
εξέτασε επτά κύκλους
νομισματικής σύσφιξης
από το 1980.
Σε κάθε περίπτωση, ο
S&P
500 παρουσίασε αρχικά
τάση σταθεροποίησης μετά
την πρώτη αύξηση
επιτοκίων, αλλά στη
συνέχεια κατέγραψε
θετική συνολική απόδοση
μέχρι την ολοκλήρωση του
κύκλου.
Οι αποδόσεις στους επτά
κύκλους κυμάνθηκαν από
4,4% έως 28,4%,
ενώ η κορύφωση του
δείκτη σημειώθηκε από
περίπου έξι μήνες έως
σχεδόν τρία χρόνια μετά
την έναρξη των αυξήσεων.
|
Ιστορικό
εύρημα
|
Επίδοση
|
|
Κύκλοι αυξήσεων
από το 1980
|
7
|
|
Απόδοση S&P
500 στους
κύκλους
|
+4,4% έως +28,4%
|
|
Χρόνος έως την
κορύφωση
|
6 μήνες έως
σχεδόν 3 χρόνια
|
|
Συμπεριφορά μετά
την πρώτη αύξηση
|
Συνήθως
παύση/μεταβλητότητα
|
«Οι κύκλοι αυξήσεων από
μόνοι τους δεν
σηματοδοτούν συνήθως το
τέλος μιας ανοδικής
αγοράς», αναφέρει η
BCA,
επισημαίνοντας ότι
ιστορικά η σχέση αυτή
δεν είναι τόσο άμεση όσο
συχνά θεωρείται.
Ρηχός κύκλος αυξήσεων
Η BCA
εκτιμά ότι ο τρέχων
κύκλος θα είναι σχετικά
περιορισμένος, με
πιθανότητα για
μία ή δύο ακόμη αυξήσεις
κατά 25 μονάδες βάσης.
Κατά τον οίκο, μεγάλο
μέρος αυτής της εξέλιξης
έχει ήδη προεξοφληθεί
στις αποδόσεις των
μακροπρόθεσμων
αμερικανικών κρατικών
ομολόγων.
Παράλληλα, η υποχώρηση
των χρηματιστηριακών
αποτιμήσεων τους
τελευταίους μήνες έχει
ήδη απορροφήσει μέρος
του σοκ από την άνοδο
των επιτοκίων.
Με άλλα λόγια, η
BCA
δεν θεωρεί ότι η πρώτη
αύξηση δημιουργεί από
μόνη της ένα νέο σοκ για
τις μετοχές, καθώς η
αγορά έχει ήδη
προσαρμοστεί σε
σημαντικό βαθμό στις
υψηλότερες αποδόσεις.
Το AI
αλλάζει την εξίσωση
Ωστόσο, υπάρχει ένας
παράγοντας που
διαφοροποιεί τον
σημερινό κύκλο από
αρκετούς προηγούμενους:
οι τεράστιες επενδύσεις
στην τεχνητή νοημοσύνη.
Η BCA
προειδοποιεί ότι η
ένταση των επενδύσεων
στην AI
αυξάνει την ευαισθησία
των μετοχών στα
επιτόκια, ιδιαίτερα για
επιχειρήσεις που
χρειάζονται εξωτερική
χρηματοδότηση, έχουν
υψηλό χρέος ή βασίζουν
μεγάλο μέρος της
αποτίμησής τους σε κέρδη
που αναμένονται αρκετά
χρόνια στο μέλλον.
Ο κίνδυνος επομένως δεν
αφορά ομοιόμορφα
ολόκληρη την αγορά.
Εστιάζεται περισσότερο
στις εταιρείες όπου η
αύξηση του κόστους
κεφαλαίου μπορεί να
επηρεάσει δυσανάλογα τις
αποτιμήσεις και τη
χρηματοδότηση των
επενδύσεών τους.
Η στρατηγική της
BCA
Για την αντιμετώπιση
αυτού του κινδύνου, η
BCA
προτείνει μια στρατηγική
long/short
που βασίζεται σε
εταιρείες με υψηλές
κεφαλαιουχικές δαπάνες
αλλά και ισχυρά
θεμελιώδη μεγέθη.
Το λεγόμενο
Quality
Capex
Basket
περιλαμβάνει από τη μία
πλευρά εταιρείες με
υψηλές επενδύσεις,
ισχυρή αύξηση κερδών,
ισχυρές ταμειακές ροές,
χαμηλές αποτιμήσεις και
περιορισμένη ευαισθησία
στα επιτόκια.
Στην άλλη πλευρά
τοποθετούνται εταιρείες
με τα αντίθετα
χαρακτηριστικά.
Η BCA
έχει θέσει στόχο
απόδοσης 10%
για τη συγκεκριμένη
στρατηγική, με
stop
loss
5%.
Ο στόχος των 8.100
μονάδων
Παρά την επιστροφή της
Fed
σε αυξήσεις επιτοκίων
και την αυξημένη
ευαισθησία της αγοράς
στις αποδόσεις των
ομολόγων, η BCA
διατηρεί αμετάβλητο τον
στόχο των 8.100 μονάδων
για τον
S&P
500 στο τέλος του έτους.
Η βασική θέση του οίκου
είναι ότι οι αυξήσεις
επιτοκίων δεν αρκούν από
μόνες τους για να
ανατρέψουν την τάση της
αμερικανικής αγοράς.
Το κρίσιμο στοιχείο για
τη συνέχεια είναι ο
συνδυασμός επιτοκίων,
κερδοφορίας και
ταμειακών ροών. Και
ειδικά στην τρέχουσα
συγκυρία, το ερώτημα δεν
είναι μόνο πόσο θα
αυξήσει τα επιτόκια η
Fed,
αλλά και ποιες εταιρείες
θα μπορέσουν να
χρηματοδοτήσουν τις
τεράστιες επενδύσεις
στην AI
χωρίς να επιβαρύνουν
υπερβολικά τον
ισολογισμό τους.
|