|
Η AI
δυσκολεύει το έργο των
κεντρικών τραπεζών
Σύμφωνα με τον de
Cos,
η τεχνητή νοημοσύνη δεν
αλλάζει τις βασικές
αποστολές των κεντρικών
τραπεζών, αλλά κάνει
πολύ πιο δύσκολη την
αξιολόγηση της
οικονομίας.
Ο λόγος είναι ότι η
AI
επηρεάζει ταυτόχρονα
τη ζήτηση, την
προσφορά, την
παραγωγικότητα και τις
χρηματοπιστωτικές αγορές.
Έτσι, οι κεντρικές
τράπεζες δυσκολεύονται
περισσότερο να
διακρίνουν εάν μια
μεταβολή στην οικονομική
δραστηριότητα είναι
προσωρινή ή αποτελεί
αποτέλεσμα μιας
βαθύτερης διαρθρωτικής
αλλαγής.
Η τεχνολογία μπορεί, για
παράδειγμα, να αυξήσει
την παραγωγικότητα και
την προσφορά, αλλά
ταυτόχρονα να ενισχύσει
τις επενδύσεις, τη
ζήτηση για κεφάλαια και
τις αποτιμήσεις των
εταιρειών.
Αυτό δημιουργεί ένα νέο
και πιο σύνθετο
περιβάλλον για τη
νομισματική πολιτική.
Το μεγάλο ερώτημα: Ποιος
χρηματοδοτεί την έκρηξη
της AI;
Ένα από τα βασικά σημεία
ανησυχίας της BIS
αφορά τη χρηματοδότηση
της επενδυτικής έκρηξης.
Η ανάπτυξη της AI
δεν χρηματοδοτείται
πλέον αποκλειστικά από
τα τεράστια κέρδη των
μεγάλων τεχνολογικών
εταιρειών. Όλο και
μεγαλύτερο μέρος των
επενδύσεων στηρίζεται σε
δανεισμό και
ιδιωτική πίστη,
δημιουργώντας ένα δίκτυο
χρηματοδότησης που σε
αρκετές περιπτώσεις
παραμένει δύσκολο να
αποτυπωθεί με ακρίβεια.
Ο de
Cos
προειδοποίησε ότι μεγάλο
μέρος αυτής της
χρηματοδότησης είναι
«αδιαφανές και
διασυνδεδεμένο», γεγονός
που αυξάνει τον κίνδυνο
μετάδοσης σε περίπτωση
που οι αποδόσεις των
επενδύσεων στην
AI
αποδειχθούν χαμηλότερες
από τις προσδοκίες.
Αυτό είναι ιδιαίτερα
σημαντικό καθώς οι
επενδύσεις έχουν ήδη
αποκτήσει τεράστια
κλίμακα. Εάν οι
εταιρείες συνεχίσουν να
αυξάνουν τις
κεφαλαιουχικές δαπάνες,
ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται
ο δανεισμός τους, η
AI
μπορεί να εξελιχθεί από
τεχνολογική επανάσταση
σε σημαντικό παράγοντα
της αγοράς πιστώσεων και
ομολόγων.
Η παραγωγικότητα είναι
το μεγάλο στοίχημα
Παρά τους κινδύνους, ο
επικεφαλής της
BIS
δεν αμφισβητεί τις
τεράστιες οικονομικές
δυνατότητες της τεχνητής
νοημοσύνης.
Μελέτες δείχνουν ότι η
παραγωγικότητα μπορεί να
αυξηθεί σημαντικά σε
συγκεκριμένες εργασίες,
με κέρδη που σε
ορισμένες περιπτώσεις
κυμαίνονται από
10% έως 65%,
ιδιαίτερα σε τομείς όπως
ο προγραμματισμός, η
συμβουλευτική και η
επαγγελματική συγγραφή.
Το κρίσιμο ερώτημα,
όμως, είναι διαφορετικό:
πόσο από αυτή
την αύξηση θα μετατραπεί
τελικά σε συνολική
αύξηση της
παραγωγικότητας μιας
οικονομίας;
Οι σημερινές εκτιμήσεις
δείχνουν ότι η AI
θα μπορούσε να αυξήσει
την ετήσια αύξηση της
συνολικής
παραγωγικότητας των
συντελεστών παραγωγής
κατά περίπου 0,5
ποσοστιαία μονάδα,
ανάλογα με την ταχύτητα
υιοθέτησης της
τεχνολογίας και την
αποτελεσματικότητα με
την οποία κεφάλαιο και
εργατικό δυναμικό θα
μετακινηθούν σε πιο
παραγωγικές
δραστηριότητες.
Ποιοι κερδίζουν από την
AI
Οι ανεπτυγμένες
οικονομίες αναμένεται να
είναι οι πρώτες που θα
επωφεληθούν, κυρίως
επειδή διαθέτουν
μεγαλύτερους τομείς
υπηρεσιών και
περισσότερες
επιχειρήσεις με τη
δυνατότητα να
ενσωματώσουν γρήγορα την
AI.
Ωστόσο, η τεχνολογική
επανάσταση έχει ήδη
δημιουργήσει σημαντικές
αλλαγές στο παγκόσμιο
εμπόριο.
Χώρες που βρίσκονται
στην καρδιά της
εφοδιαστικής αλυσίδας
της τεχνητής νοημοσύνης,
όπως η Νότια
Κορέα, η Ταϊβάν, η
Σιγκαπούρη και η
Μαλαισία,
επωφελούνται από την
αυξημένη ζήτηση και τις
υψηλότερες τιμές για
ημιαγωγούς, εξοπλισμό
και άλλα προϊόντα που
σχετίζονται με την
AI.
Η Ινδία, σύμφωνα με τον
de
Cos,
διαθέτει επίσης μια
«πραγματική ευκαιρία» να
μειώσει την απόσταση από
τις ανεπτυγμένες
οικονομίες, χάρη στην
ισχυρή ψηφιακή της
υποδομή.
Ο αντίλογος: η AI
μπορεί να καταστρέψει
θέσεις εργασίας
Η αύξηση της
παραγωγικότητας δεν
σημαίνει ότι όλοι θα
είναι κερδισμένοι.
Η AI
μπορεί να ενισχύσει την
απόδοση των εργαζομένων,
αλλά ταυτόχρονα να
αντικαταστήσει
επαναλαμβανόμενες
γνωστικές εργασίες.
Μέχρι στιγμής οι
απώλειες θέσεων εργασίας
παραμένουν
περιορισμένες, όμως ήδη
υπάρχουν ενδείξεις
επιπτώσεων σε
εξυπηρέτηση πελατών,
προγραμματισμό και
διοικητικές εργασίες.
Γι' αυτό η
επανεκπαίδευση και η
απόκτηση νέων δεξιοτήτων
θα αποτελέσουν κρίσιμο
παράγοντα για το εάν η
AI
θα οδηγήσει τελικά σε
ευρύτερη οικονομική
ευημερία ή σε
μεγαλύτερες ανισότητες.
Η προειδοποίηση για μια
νέα «φούσκα»
Το μεγαλύτερο
χρηματοπιστωτικό ερώτημα
δεν είναι εάν η
AI
έχει πραγματική
οικονομική αξία. Αυτό,
σύμφωνα με τον de
Cos,
είναι δεδομένο.
Το ερώτημα είναι
εάν οι προσδοκίες που
έχουν ενσωματωθεί στις
αποτιμήσεις και στις
επενδύσεις έχουν
ξεπεράσει την πραγματική
οικονομική απόδοση της
τεχνολογίας.
Οι υψηλές αποτιμήσεις, η
μεγάλη συγκέντρωση της
αγοράς σε λίγες
εταιρείες και η
αυξανόμενη χρήση
αδιαφανών χρηματοδοτικών
σχημάτων δημιουργούν
ευπάθειες σε περίπτωση
που τα εταιρικά κέρδη
δεν επιβεβαιώσουν τις
προσδοκίες.
Ο επικεφαλής της
BIS
δεν υποστηρίζει ότι η
έκρηξη της AI
θα οδηγήσει αναγκαστικά
σε κρίση. Ωστόσο, θεωρεί
ότι η ταχύτητα
και η κλίμακα των
επενδύσεων, σε συνδυασμό
με τις τεράστιες
προσδοκίες για
μελλοντικές αποδόσεις,
απαιτούν μεγαλύτερη
προσοχή.
Η BIS
βλέπει ομοιότητες με
προηγούμενες επενδυτικές
εκρήξεις, όπως η
επέκταση των
σιδηροδρόμων και η
φούσκα των εταιρειών του
διαδικτύου.
Και εδώ βρίσκεται ίσως
το σημαντικότερο μήνυμα
για τις αγορές:
η
AI
μπορεί πράγματι να
δημιουργήσει μια
τεράστια αύξηση
παραγωγικότητας, αλλά το
γεγονός ότι μια
τεχνολογία είναι
επαναστατική δεν
σημαίνει ότι κάθε τιμή
και κάθε επένδυση γύρω
από αυτήν είναι
δικαιολογημένη.
Όσο αυξάνεται το μέγεθος
των επενδύσεων και η
χρηματοδότησή τους
μετακινείται από τα
εταιρικά κέρδη προς τον
δανεισμό, τόσο
περισσότερο η πορεία της
AI
θα γίνεται και ζήτημα
χρηματοπιστωτικής
σταθερότητας.
|