|
Η στροφή των
ανεξάρτητων ψηφοφόρων
Η Barclays
βασίζει την ανάλυσή της
στις διαχρονικές
δημοσκοπήσεις της
Gallup,
οι οποίες καταγράφουν
τόσο την κομματική
ταύτιση των Αμερικανών
όσο και την πολιτική
προτίμηση των
ανεξάρτητων ψηφοφόρων.
Όπως επισημαίνει ο
αναλυτής δημόσιας
πολιτικής της
Barclays,
Michael
McLean,
το 2006 περίπου το 40%
των Αμερικανών δήλωνε
ότι ανήκει ή κλίνει προς
το Ρεπουμπλικανικό
Κόμμα, ενώ το 50% δήλωνε
ότι στηρίζει ή προτιμά
τους Δημοκρατικούς. Το
προβάδισμα των
Δημοκρατικών κατά 10
ποσοστιαίες μονάδες
αποτέλεσε τότε μία από
τις μεγαλύτερες διαφορές
που είχαν καταγραφεί,
πριν ακόμη διευρυνθεί
περαιτέρω στις
προεδρικές εκλογές του
2008.
Η εικόνα αυτή
επανεμφανίζεται σήμερα.
Μετά την ισχυρή άνοδο
των Ρεπουμπλικάνων την
περίοδο 2022-2024, η
τάση αντιστράφηκε εκ
νέου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
του δεύτερου τριμήνου
του 2026:
το 39%
των Αμερικανών δηλώνει
ότι στηρίζει ή κλίνει
προς το Ρεπουμπλικανικό
Κόμμα, ποσοστό μειωμένο
κατά 8 μονάδες σε σχέση
με τις εκλογές του 2024,
ενώ το 49%
δηλώνει ότι στηρίζει ή
προτιμά το Δημοκρατικό
Κόμμα, σημειώνοντας
αύξηση 6 ποσοστιαίων
μονάδων.
Έτσι, οι Δημοκρατικοί
αποκτούν και πάλι
προβάδισμα 10
μονάδων, ένα
μοτίβο που η
Barclays
χαρακτηρίζει
«εντυπωσιακά παρόμοιο»
με εκείνο του 2006.
Οι
εντυπωσιακές ομοιότητες
με το 2006
Η Barclays
εντοπίζει μια σειρά από
παράγοντες που θυμίζουν
έντονα την εικόνα πριν
από είκοσι χρόνια.
Μεταξύ αυτών
περιλαμβάνονται:
ανεργία κοντά στο
4,6%,
ισχυρή δημιουργία νέων
θέσεων εργασίας,
ανθεκτική καταναλωτική
δαπάνη,
σημαντική αύξηση των
επιχειρηματικών
επενδύσεων,
έντονες διακυμάνσεις
στις τιμές του
πετρελαίου λόγω των
εξελίξεων στη Μέση
Ανατολή.
Παράλληλα, όπως
συνέβαινε τότε με τον
Τζορτζ Μπους, έτσι και
σήμερα υπάρχει
Ρεπουμπλικανός πρόεδρος
στη δεύτερη θητεία του,
με σχετικά χαμηλή
δημοτικότητα στο σύνολο
των ψηφοφόρων αλλά
ισχυρή στήριξη από την
κομματική του βάση.
Επιπλέον, η
Federal
Reserve
βρίσκεται υπό νέα
ηγεσία, ενώ οι
Αμερικανοί εμφανίζονται
διχασμένοι ως προς την
πραγματική κατάσταση της
οικονομίας, παρά τα
σχετικά θετικά
μακροοικονομικά
στοιχεία.
Το μάθημα του 2006
Οι περισσότεροι
πολιτικοί αναλυτές το
2006 εκτιμούσαν ότι οι
Δημοκρατικοί θα
κατακτούσαν τη Βουλή των
Αντιπροσώπων, χωρίς όμως
να αποκτήσουν τον έλεγχο
της Γερουσίας.
Τελικά, το αποτέλεσμα
αποδείχθηκε πολύ πιο
αρνητικό για τους
Ρεπουμπλικάνους.
Οι Δημοκρατικοί
κέρδισαν:
30 έδρες στη Βουλή,
6 έδρες στη Γερουσία,
ανακτώντας τον έλεγχο
και των δύο σωμάτων του
Κογκρέσου.
Ο τότε πρόεδρος Τζορτζ
Μπους είχε χαρακτηρίσει
το αποτέλεσμα ως μια
πραγματική «βαριά ήττα»
("a
thumping").
Η οικονομία δεν αρκεί
πάντα
Η Barclays
υπογραμμίζει ότι το
βασικό δίδαγμα από το
2006 είναι πως ακόμη και
τα θετικά οικονομικά
στοιχεία και οι ισχυρές
χρηματιστηριακές αγορές
δεν αρκούν για να
διασώσουν το κυβερνών
κόμμα όταν η εκλογική
αναμέτρηση μετατρέπεται
σε δημοψήφισμα για την
κυβέρνηση.
Τότε, η δυσαρέσκεια για
τον πόλεμο, οι υψηλές
τιμές της ενέργειας, τα
ζητήματα διαφθοράς και η
οικονομική ανασφάλεια
των ανεξάρτητων
ψηφοφόρων υπερίσχυσαν
των θετικών
μακροοικονομικών
επιδόσεων.
Κατά την Barclays,
η σημερινή μετατόπιση
των ανεξάρτητων
ψηφοφόρων προς τους
Δημοκρατικούς αποτελεί
ένα αντίστοιχο
προειδοποιητικό μήνυμα
για τις ενδιάμεσες
εκλογές του 2026,
υποδηλώνοντας ότι η
πολιτική δυναμική
ενδέχεται να αποδειχθεί
σημαντικότερη από την
πορεία της οικονομίας
και των αγορών.
|