|
Το
μεγάλο στοίχημα της
ανάπτυξης
Ο Bessent
θεωρεί ότι η αμερικανική
οικονομία διαθέτει ακόμη
σημαντικές δυνατότητες
επιτάχυνσης. Υποστηρίζει
ότι τα φορολογικά
κίνητρα της κυβέρνησης
ήδη οδηγούν σε νέες
επενδύσεις στη
μεταποίηση και στις
υποδομές.
Ως παραδείγματα ανέφερε
την επέκταση εργοστασίου
της Pepsi
στη Φλόριντα, την αγορά
εργοστασίου μπαταριών
από τη Winnebago
και την αύξηση της
παραγωγικής
δυναμικότητας της
Boeing.
Παράλληλα, εκτιμά ότι η
τεράστια επενδυτική
έκρηξη γύρω από την
τεχνητή νοημοσύνη μπορεί
αρχικά να δημιουργήσει
θέσεις εργασίας στις
κατασκευές και στη
συνέχεια να μετατραπεί
σε νέες θέσεις στη
μεταποίηση.
Η λογική του
Bessent
είναι ότι η υψηλότερη
παραγωγικότητα και η
διεύρυνση της
παραγωγικής βάσης
μπορούν να αυξήσουν το
ΑΕΠ αρκετά ώστε να
περιοριστεί σταδιακά το
βάρος του χρέους ως
ποσοστό της οικονομίας.
Ωστόσο, το σενάριο αυτό
προϋποθέτει όχι μόνο
ισχυρή ανάπτυξη αλλά και
ουσιαστική δημοσιονομική
προσαρμογή. Ο διοικητής
της Fed
Christopher
Waller
έχει επισημάνει ότι η
ανάπτυξη από μόνη της
δεν αρκεί εάν τα
διαρθρωτικά ελλείμματα
παραμείνουν υψηλά.
Το
πρόβλημα βρίσκεται στις
δαπάνες
Ο Bessent
ανέφερε ότι συνεργάζεται
με τον επικεφαλής του
Office
of
Management
and
Budget,
Russ
Vought,
πάνω σε ένα σχέδιο
δημοσιονομικής
εξυγίανσης με στόχο τη
μείωση του ελλείμματος.
Η κυβέρνηση, ωστόσο,
βρίσκεται μπροστά σε μια
δύσκολη εξίσωση. Οι
δαπάνες παραμένουν
υψηλές, το κόστος
εξυπηρέτησης του χρέους
αυξάνεται όσο ανεβαίνουν
οι αποδόσεις των
Treasuries
και παράλληλα η
κυβέρνηση θα πρέπει να
διαχειριστεί τις
δημοσιονομικές
επιπτώσεις από τις
επιστροφές δασμών μετά
τις δικαστικές
αποφάσεις.
Ο Bessent
υποστήριξε επίσης ότι
χωρίς την ακύρωση των «Liberation
Day»
δασμών από το Ανώτατο
Δικαστήριο, το
αμερικανικό Δημόσιο θα
εισέπραττε περίπου
180 δισ. δολάρια,
τα οποία θα μπορούσαν να
κατευθυνθούν στη μείωση
του ελλείμματος.
Τα
buybacks των ομολόγων ως
προσωρινή λύση
Παράλληλα με τη
δημοσιονομική
προσαρμογή, ο
Bessent
συνεχίζει να στηρίζει
τις επαναγορές
μακροπρόθεσμων κρατικών
ομολόγων από το
αμερικανικό
Treasury.
Η λογική είναι ότι το
Δημόσιο μπορεί να
παρέμβει στη ρευστότητα
της αγοράς, αγοράζοντας
μέρος των μακροπρόθεσμων
τίτλων και
απελευθερώνοντας
κεφάλαια για τους
επενδυτές. Το
Treasury
ανακοίνωσε σήμερα
πρόγραμμα επαναγοράς έως
6 δισ. δολάρια,
αυξάνοντας περαιτέρω την
κλίμακα των παρεμβάσεων.
Το πρόβλημα είναι ότι
μέχρι στιγμής οι
επαναγορές δεν έχουν
καταφέρει να ανατρέψουν
την ανοδική τάση των
αποδόσεων. Η απόδοση του
10ετούς Treasury
κινείται κοντά στο
4,85%, ενώ οι
μακροπρόθεσμες αποδόσεις
παραμένουν σε πολυετή
υψηλά.
Αυτό δείχνει και το
βασικό όριο της
στρατηγικής: οι
παρεμβάσεις ρευστότητας
μπορούν να βελτιώσουν τη
λειτουργία της αγοράς,
αλλά δύσκολα μπορούν να
αντιμετωπίσουν ένα
βαθύτερο πρόβλημα
δημοσιονομικής
βιωσιμότητας.
Το
πετρέλαιο μπορεί να
λειτουργήσει υπέρ του
σεναρίου
Ο Bessent
θεωρεί ότι οι σημερινές
υψηλές τιμές ενέργειας
δεν θα διαρκέσουν επ'
αόριστον.
Εκτιμά ότι σε ορίζοντα
ενός έως δύο ετών η
αγορά πετρελαίου θα
μπορούσε να οδηγηθεί σε
υπερπροσφορά, καθώς
αυξάνεται η ενεργειακή
συνεργασία των ΗΠΑ με τη
Βενεζουέλα και σταδιακά
ομαλοποιείται η
κατάσταση στη Μέση
Ανατολή.
Εάν πράγματι υποχωρήσουν
οι τιμές πετρελαίου, θα
μειωθούν οι
πληθωριστικές πιέσεις
και θα περιοριστεί ένας
από τους βασικούς λόγους
για τους οποίους οι
μακροπρόθεσμες αποδόσεις
των ομολόγων παραμένουν
υψηλές.
Η
AI είναι το μεγάλο
στοίχημα
Ιδιαίτερα αισιόδοξος
εμφανίστηκε ο
Bessent
για την τεχνητή
νοημοσύνη και την
αμερικανική υπεροχή
έναντι της Κίνας.
Κατά την άποψή του, σε
βάθος 20 ετών θα
αποδειχθεί ότι το
αμερικανικό μοντέλο
ανάπτυξης της AI
επικράτησε, καθώς
βασίζεται κυρίως στην
ιδιωτική πρωτοβουλία και
όχι στον κεντρικό
σχεδιασμό.
Η τεχνητή νοημοσύνη,
σύμφωνα με τον
Bessent,
μπορεί να αυξήσει
σημαντικά την
παραγωγικότητα και να
επιτρέψει σε πολύ
μικρότερες ομάδες να
δημιουργούν επιχειρήσεις
που στο παρελθόν
απαιτούσαν δεκάδες
εργαζομένους.
Αυτό είναι κρίσιμο και
για το δημοσιονομικό
στοίχημα. Εάν η
AI
οδηγήσει πράγματι σε
μεγάλη αύξηση της
παραγωγικότητας, τότε ο
στόχος για ανάπτυξη
κοντά στο 3% γίνεται
περισσότερο ρεαλιστικός.
Το
δύσκολο σημείο: 3%
ανάπτυξη δεν αρκεί από
μόνη της
Εδώ βρίσκεται όμως η
μεγάλη αμφισβήτηση γύρω
από το σενάριο του
Bessent.
Η αμερικανική οικονομία
μπορεί να αναπτυχθεί με
3%, αλλά εάν το
δημοσιονομικό έλλειμμα
παραμένει εξαιρετικά
υψηλό, το χρέος μπορεί
να συνεχίσει να
αυξάνεται σε απόλυτους
όρους και να παραμένει
υψηλό ακόμη και ως
ποσοστό του ΑΕΠ.
Ο Waller
έχει ήδη προειδοποιήσει
ότι για να γίνει
πραγματικά βιώσιμη η
πορεία του χρέους, τα
διαρθρωτικά ελλείμματα
θα πρέπει να μειωθούν
πολύ περισσότερο, προς
το μηδέν ως ποσοστό του
ΑΕΠ.
Ακόμη πιο επιφυλακτικοί
εμφανίζονται ορισμένοι
οικονομολόγοι της
αγοράς. Ο CIO
της Allianz
Ludovic
Subran
εκτιμά ότι, με το
έλλειμμα σε τόσο υψηλά
επίπεδα, θα απαιτούνταν
περίπου 4%
πραγματική ανάπτυξη και
3% πληθωρισμός
για να σταθεροποιηθεί
ουσιαστικά η σχέση
χρέους προς ΑΕΠ — ένα
σενάριο που σήμερα δεν
φαίνεται εύκολα
επιτεύξιμο.
Το
πραγματικό στοίχημα για
τις αγορές
Η αισιόδοξη εκδοχή του
Bessent
βασίζεται σε έναν
συνδυασμό: 3%
ανάπτυξη, περιορισμός
των δαπανών, υψηλότερη
παραγωγικότητα από την
AI,
περισσότερη ενεργειακή
παραγωγή και σταδιακή
αποκλιμάκωση των
επιτοκίων.
Εάν όλα αυτά συμβούν
ταυτόχρονα, η
αμερικανική οικονομία
πράγματι θα μπορούσε να
περιορίσει το βάρος του
χρέους χωρίς μια απότομη
δημοσιονομική λιτότητα.
Το πρόβλημα είναι ότι η
αγορά ομολόγων δεν
περιμένει απλώς
ανάπτυξη. Θέλει να δει
και δημοσιονομική
αξιοπιστία. Οι αυξημένες
αποδόσεις των
Treasuries
δείχνουν ότι οι
επενδυτές ζητούν ήδη
μεγαλύτερη αποζημίωση
για να χρηματοδοτήσουν
το αμερικανικό Δημόσιο,
ενώ η Fed
προειδοποιεί ότι η
παλαιότερη «ασφάλεια»
των αμερικανικών
ομολόγων δεν είναι πλέον
τόσο δεδομένη.
Άρα το μεγάλο στοίχημα
του Bessent
δεν είναι απλώς εάν οι
ΗΠΑ μπορούν να
αναπτυχθούν με 3%. Είναι
εάν μπορούν να
αναπτυχθούν με 3% ενώ
ταυτόχρονα μειώνουν το
έλλειμμα και
σταθεροποιούν το χρέος.
Εκεί θα κριθεί εάν το “grow
our
way
out”
αποτελεί πραγματική
δημοσιονομική στρατηγική
ή απλώς ένα αισιόδοξο
σενάριο.
|