|
Σύμφωνα με τα ευρήματα,
περίπου το ήμισυ της
συνολικής επίπτωσης
αποδίδεται στην
αβεβαιότητα που
ακολούθησε το
δημοψήφισμα, ενώ το
υπόλοιπο συνδέεται με τα
νέα εμπορικά εμπόδια που
προέκυψαν μετά την
αποχώρηση του Ηνωμένου
Βασιλείου από την
τελωνειακή ένωση και την
ενιαία αγορά το 2021.
Ο
καθηγητής Nick Bloom του
Πανεπιστημίου Στάνφορντ,
εκ των συντακτών της
έρευνας, ανέφερε ότι η
βρετανική οικονομία
κατέγραφε ισχυρούς
ρυθμούς ανάπτυξης πριν
το Brexit και θα
μπορούσε, τουλάχιστον εν
μέρει, να είχε
συμβαδίσει με τις
Ηνωμένες Πολιτείες, εάν
δεν είχε μεσολαβήσει η
διαταραχή.
Όπως σημείωσε, τα
στοιχεία της Τράπεζας
της Αγγλίας ενισχύουν
την εκτίμηση ότι η
απώλεια δεν ήταν
στιγμιαία, αλλά
εξελίχθηκε σταδιακά με
την πάροδο του χρόνου,
επηρεάζοντας τη συνολική
δυναμική της οικονομίας.
Σε
πρόσφατες τοποθετήσεις
του, ο διοικητής της
Τράπεζας της Αγγλίας
Andrew Bailey
παραδέχθηκε ότι το
επίπεδο δραστηριότητας
και ανάπτυξης είναι
χαμηλότερο λόγω Brexit,
εξηγώντας ότι η μείωση
του εμπορίου με την ΕΕ
περιορίζει τη συνολική
οικονομική μεγέθυνση.
Ωστόσο, υπογράμμισε ότι
ο αντίκτυπος στον
χρηματοπιστωτικό τομέα,
αν και αρνητικός, ήταν
μικρότερος από τις
αρχικές προβλέψεις.
Από
την άλλη πλευρά,
ορισμένοι οικονομολόγοι
επισημαίνουν ότι τέτοιου
είδους εκτιμήσεις
βασίζονται σε υποθετικά
σενάρια και είναι
δύσκολο να απομονωθεί ο
ακριβής αντίκτυπος του
Brexit, ειδικά σε ένα
περιβάλλον πολλαπλών
παγκόσμιων κρίσεων, όπως
αναφέρει και το BBC.
|