|
Περιορισμένη η επίδραση
στη φετινή ανάπτυξη
Οι πρόσφατοι καύσωνες
οδήγησαν σχεδόν τις
μισές από τις 854
ευρωπαϊκές πόλεις που
εξετάστηκαν να
καταγράψουν νέα ιστορικά
υψηλά θερμοκρασίας,
προκαλώντας προσωρινές
διακοπές λειτουργίας σε
επιχειρήσεις και
υποδομές. Παρότι
ορισμένες εκτιμήσεις
κάνουν λόγο για πιθανή
μείωση του ΑΕΠ των
μεγαλύτερων οικονομιών
της Ευρωζώνης έως και
5%-7% μέχρι το 2030
εξαιτίας των ακραίων
θερμοκρασιών, η
Capital
Economics
θεωρεί ότι ο αντίκτυπος
στη φετινή οικονομική
δραστηριότητα θα
παραμείνει
περιορισμένος.
Η εκτίμηση αυτή
βασίζεται στο γεγονός
ότι οι δείκτες
επιχειρηματικού κλίματος
δεν εμφανίζουν μέχρι
στιγμής αξιοσημείωτη
επιδείνωση, ενώ ακόμη
και ο κατασκευαστικός
κλάδος, ο οποίος
συγκαταλέγεται στους πιο
ευάλωτους στις υψηλές
θερμοκρασίες, δεν
παρουσιάζει ενδείξεις
σημαντικής επιβράδυνσης.
Η διάρκεια των
φαινομένων περιορίζει
τις άμεσες επιπτώσεις
Σύμφωνα με την
Capital
Economics,
η σχετικά μικρή διάρκεια
των καυσώνων εξηγεί
γιατί οι οικονομικές
συνέπειες παραμένουν
μέχρι στιγμής
περιορισμένες. Επιπλέον,
οι κλάδοι που
επηρεάζονται περισσότερο
αντιπροσωπεύουν σχετικά
μικρό ποσοστό της
συνολικής οικονομικής
δραστηριότητας.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η
γεωργία, η οποία, αν και
είναι ιδιαίτερα
εκτεθειμένη στα ακραία
καιρικά φαινόμενα,
αντιστοιχούσε μόλις στο
1,7% της ακαθάριστης
προστιθέμενης αξίας της
Ευρωζώνης το προηγούμενο
έτος. Στην Ελλάδα, όπου
η συμμετοχή του
πρωτογενούς τομέα είναι
υψηλότερη από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο, η
γεωργία αντιπροσωπεύει
περίπου το 4,1% της
ακαθάριστης
προστιθέμενης αξίας.
Το μακροπρόθεσμο κόστος
της κλιματικής αλλαγής
Σε μεγαλύτερο χρονικό
ορίζοντα, οι οικονομικές
επιπτώσεις της
κλιματικής αλλαγής
εμφανίζονται πιο
σύνθετες. Τα ακραία
καιρικά φαινόμενα
προκαλούν ζημιές σε
υποδομές και παραγωγικό
κεφάλαιο, περιορίζοντας
την παραγωγική
δυνατότητα της
οικονομίας. Από την άλλη
πλευρά, οι εργασίες
αποκατάστασης και οι
επενδύσεις σε
ανθεκτικότερες υποδομές
δημιουργούν πρόσθετη
οικονομική
δραστηριότητα,
αντισταθμίζοντας μέρος
των απωλειών.
Παράλληλα, οι επενδύσεις
σε κτίρια με μεγαλύτερη
αντοχή στις υψηλές
θερμοκρασίες, σε
σύγχρονες υποδομές και
σε συστήματα κλιματισμού
μπορούν να ενισχύσουν
προσωρινά το ΑΕΠ, αν και
ενδέχεται να περιορίσουν
τους διαθέσιμους πόρους
για επενδύσεις σε
παραγωγικότερους τομείς
της οικονομίας.
Έως 5% χαμηλότερο ΑΕΠ
στην Ευρωζώνη έως το
2050
Με βάση τα οικονομετρικά
της σενάρια, η
Capital
Economics
εκτιμά ότι η διαφορά
μεταξύ του βασικού και
του δυσμενούς σεναρίου
αντιστοιχεί σε απώλεια
περίπου 5% του ΑΕΠ της
Ευρωζώνης έως το 2050.
Η εξέλιξη αυτή
συνεπάγεται επιβράδυνση
του μέσου ετήσιου ρυθμού
ανάπτυξης κατά σχεδόν
0,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Ως αποτέλεσμα, η
συνολική αύξηση του ΑΕΠ
της Ευρωζώνης την
περίοδο 2022-2050 θα
διαμορφωνόταν λίγο πάνω
από 21%, αντί περίπου
27,5% που προβλέπεται
στο βασικό σενάριο.
Επιπτώσεις σε ενέργεια,
τουρισμό, πληθωρισμό και
δημόσια οικονομικά
Οι συνέπειες της
κλιματικής αλλαγής δεν
περιορίζονται μόνο στην
οικονομική ανάπτυξη. Οι
αναλυτές επισημαίνουν
ότι οι μεταβολές στις
θερμοκρασίες επηρεάζουν
τα πρότυπα ενεργειακής
κατανάλωσης, μεταβάλλουν
τη ζήτηση στον τουρισμό
και αυξάνουν τη
μεταβλητότητα του
πληθωρισμού.
Σχετική έρευνα της
Ευρωπαϊκής Κεντρικής
Τράπεζας έχει δείξει ότι
ο καύσωνας του 2022
αύξησε τις τιμές των
τροφίμων κατά περίπου
0,7 ποσοστιαίες μονάδες
και τον συνολικό
πληθωρισμό κατά 0,3
ποσοστιαίες μονάδες.
Παράλληλα, η κλιματική
αλλαγή αναμένεται να
εντείνει τις πιέσεις στα
δημόσια οικονομικά,
καθώς οι κυβερνήσεις θα
χρειαστεί να διαθέσουν
περισσότερους πόρους για
την ενίσχυση των
υποδομών, την προστασία
από ακραία καιρικά
φαινόμενα και τη στήριξη
επιχειρήσεων και
νοικοκυριών που
πλήττονται από τις
συνέπειές τους.
|