|
Τα πέντε βασικά σενάρια
που εξετάζει η
Citi
είναι:
Μια Fed
που θα παραμείνει
διαρθρωτικά επιθετική.
Ένα παγκόσμιο σοκ από
την άνοδο των αποδόσεων
των ομολόγων.
Η απότομη αντιστροφή του
ιαπωνικού carry
trade.
Ένα πετρελαϊκό σοκ
αντίστοιχο με εκείνο της
δεκαετίας του 1970.
Μια νέα κρίση στην
ευρωπαϊκή αγορά φυσικού
αερίου.
Παράλληλα, η τράπεζα
εντοπίζει έναν λιγότερο
προφανή αλλά δυνητικά
σοβαρό κίνδυνο: την
πιθανότητα αυστηρών
περιορισμών ή ακόμη και
απαγορεύσεων σε
συγκεκριμένα μοντέλα
τεχνητής νοημοσύνης.
1. Ο κίνδυνος μιας πιο
«γερακίσιας» Fed
Η συνεδρίαση της
Federal
Reserve
βρίσκεται στο επίκεντρο
των αγορών, καθώς τα
στοιχεία για τον
πληθωρισμό ενισχύουν τις
προσδοκίες για αύξηση
επιτοκίων κατά 25
μονάδες βάσης.
Ο δομικός δείκτης τιμών
καταναλωτή αυξήθηκε κατά
0,3% τον
Αύγουστο σε μηνιαία βάση,
έναντι πρόβλεψης για
άνοδο 0,2%. Η εξέλιξη
αυτή ενίσχυσε την
εκτίμηση ότι η
Fed
θα προχωρήσει σε αύξηση
του βασικού επιτοκίου
στη συνεδρίαση της
Τετάρτης.
Η Citi
έχει καταρτίσει έναν
λεπτομερή χάρτη των
πιθανών τοποθετήσεων των
αξιωματούχων της
Fed.
Οι Hammack,
Kashkari,
Logan
και Warsh
θεωρούνται μέλη του
στρατοπέδου υπέρ της
αύξησης επιτοκίων. Οι
Barr,
Cook
και Waller
χαρακτηρίζονται
περισσότερο εξαρτώμενοι
από τα στοιχεία για τον
πληθωρισμό, με τον
Waller
να εμφανίζει τάση υπέρ
της διατήρησης των
επιτοκίων.
Ο ρόλος του
Christopher
Waller
Warsh
θεωρείται κρίσιμος,
καθώς θα πρέπει να
επιχειρήσει να
διαμορφώσει συναίνεση
στο εσωτερικό της
επιτροπής. Η Citi
επισημαίνει, ωστόσο, ότι
οι Bowman,
Jefferson
και Powell
δεν είχαν ακόμη
τοποθετηθεί δημόσια κατά
τον χρόνο σύνταξης της
ανάλυσης.
Το βασικό ερώτημα δεν
είναι πλέον μόνο εάν θα
αυξηθούν τα επιτόκια,
αλλά εάν η Fed
θα δώσει σήμα ότι
απαιτούνται και νέες
αυξήσεις.
2. Οι υψηλότερες
αποδόσεις των ομολόγων
δεν σημαίνουν απαραίτητα
ύφεση
Η άνοδος των αποδόσεων
των κρατικών ομολόγων
έχει προκαλέσει
ανησυχίες για πιθανό
πλήγμα στην οικονομική
ανάπτυξη. Η Citi,
ωστόσο, εμφανίζεται πιο
επιφυλακτική απέναντι σε
αυτό το σενάριο.
Σύμφωνα με τους αναλυτές
της, η άνοδος των
αποδόσεων οφείλεται
κυρίως στις υψηλότερες
τιμές ενέργειας και
μεταφέρεται περισσότερο
στο βραχυπρόθεσμο τμήμα
της καμπύλης αποδόσεων.
Δεν αποτελεί, κατά την
εκτίμησή τους, σαφή
ένδειξη ότι οι αγορές
απαιτούν υψηλότερο
δημοσιονομικό ασφάλιστρο
κινδύνου ή ότι
προεξοφλούν άμεσα σοβαρή
δημοσιονομική
επιδείνωση.
Η Citi
υποστηρίζει ότι η αύξηση
των αποδόσεων που
προκαλείται από την
ενεργειακή ακρίβεια δεν
αρκεί από μόνη της για
να εκτροχιάσει την
ανάπτυξη. Το σενάριο θα
γινόταν σαφώς πιο
επικίνδυνο εάν η άνοδος
των αποδόσεων
επεκτεινόταν στο
μακροπρόθεσμο τμήμα της
καμπύλης και συνοδευόταν
από διεύρυνση των
πιστωτικών περιθωρίων.
3. Το ιαπωνικό
carry
trade
παραμένει ευάλωτο
Η αντιστροφή του
carry
trade
στην Ιαπωνία αποτελεί
έναν από τους κινδύνους
που η Citi
έχει ήδη αρχίσει να
διαχειρίζεται
επενδυτικά.
Η τράπεζα κατοχύρωσε
κέρδη από θέση πληρωτή
σε μονοετές swap
επιτοκίων σε γεν, καθώς
και από μια στρατηγική
έξι μηνών που συνδύαζε
άνοδο του Nikkei
πάνω από τις 61.000
μονάδες και πτώση του
δολαρίου κάτω από τα 157
γεν. Η δεύτερη θέση
έκλεισε με απόδοση 97%,
πριν από τη συνεδρίαση
της Τράπεζας της
Ιαπωνίας στις 18
Σεπτεμβρίου.
Η Citi
επισημαίνει ότι το
προθεσμιακό ασφάλιστρο
του γεν υποχωρεί από τον
Ιούλιο, ενώ θεωρεί ότι η
κοινή παρέμβαση ΗΠΑ και
Ιαπωνίας στην αγορά
συναλλάγματος έχει
ουσιαστικά τερματίσει το
προηγούμενο «καθεστώς
αναθέρμανσης» της
Ιαπωνίας.
Ο κίνδυνος παραμένει
σημαντικός, καθώς μια
ταχύτερη αύξηση
επιτοκίων από την
Τράπεζα της Ιαπωνίας θα
μπορούσε να οδηγήσει σε
περαιτέρω ενίσχυση του
γεν. Αυτό θα αύξανε το
κόστος των θέσεων που
έχουν χρηματοδοτηθεί σε
ιαπωνικό νόμισμα και θα
ανάγκαζε επενδυτές να
κλείσουν θέσεις σε
μετοχές, ομόλογα και
άλλα περιουσιακά
στοιχεία υψηλότερου
κινδύνου.
4. Το πετρέλαιο δεν έχει
ακόμη δημιουργήσει σοκ
τύπου 1970
Η Citi
θεωρεί ότι οι φόβοι για
μια πετρελαϊκή κρίση
αντίστοιχη με εκείνη της
δεκαετίας του 1970 είναι
υπερβολικοί, τουλάχιστον
με βάση τα σημερινά
αποθέματα.
Σύμφωνα με την ομάδα
εμπορευμάτων της
τράπεζας, τα αποθέματα
αργού στις χώρες του
ΟΟΣΑ δεν θα υποχωρούσαν
στα επίπεδα κάλυψης
περίπου 70
ημερών ζήτησης,
που είχαν παρατηρηθεί
στις πετρελαϊκές κρίσεις
της δεκαετίας του 1970
και των αρχών του 1980,
πριν από τα τέλη του
2027, ακόμη και εάν οι
αποσύρσεις συνεχίζονταν
με ρυθμό περίπου
3 εκατ. βαρελιών
ημερησίως.
Εάν συνυπολογιστούν και
τα αποθέματα εκτός ΟΟΣΑ,
με εξαίρεση την Κίνα, το
κρίσιμο αυτό όριο
μετατίθεται έως τα μέσα
του 2028.
Η βασική εκτίμηση της
Citi
προβλέπει σταδιακή
επαναλειτουργία των
Στενών του Ορμούζ κατά
το τέταρτο τρίμηνο του
2026. Σε αυτή την
περίπτωση, το
Brent
θα μπορούσε να
επιστρέψει στην περιοχή
των 60 δολαρίων
το βαρέλι το 2027.
Ωστόσο, εάν οι
περιορισμοί στη διέλευση
των πλοίων παραταθούν
πέρα από τις ενδιάμεσες
εκλογές στις ΗΠΑ, η τιμή
του Brent
θα μπορούσε να κινηθεί
προς τα 110
δολάρια.
Οι μετοχές ενεργειακών
κολοσσών, όπως η
Exxon
Mobil,
και τα ETFs
του ενεργειακού κλάδου
αποτελούν, σύμφωνα με τη
Citi,
τις πιο άμεσες
επενδυτικές επιλογές για
όσους θέλουν να
τοποθετηθούν σε αυτά τα
δύο διαφορετικά σενάρια.
5. Υπερβολικές οι τιμές
στην ευρωπαϊκή αγορά
φυσικού αερίου
Ανάλογη είναι η εκτίμηση
της Citi
για την αγορά φυσικού
αερίου στην Ευρώπη.
Η ομάδα εμπορευμάτων της
τράπεζας υπολογίζει ότι
η πιθανότητα-σταθμισμένη
τιμή του φυσικού αερίου
TTF
για τον χειμώνα
διαμορφώνεται περίπου
στα 61 ευρώ ανά
μεγαβατώρα,
αρκετά χαμηλότερα από τα
περίπου 81 ευρώ
που προεξοφλούσε η αγορά
κατά τον χρόνο σύνταξης
της έκθεσης.
Η Citi
θεωρεί ότι οι επενδυτές
αποδίδουν υπερβολικό
βάρος στα δυσμενή
ενεργειακά σενάρια, ενώ
η πιθανότητα μιας
παρατεταμένης εκτίναξης
της μεταβλητότητας στα
εμπορεύματα είναι
χαμηλότερη από αυτή που
ενσωματώνουν οι
τρέχουσες τιμές.
Εάν το TTF
υποχωρήσει προς την
περιοχή των 61 ευρώ, οι
μεγαλύτεροι ωφελημένοι
θα μπορούσαν να είναι οι
ευρωπαϊκές εταιρείες
κοινής ωφέλειας και οι
εισαγωγείς υγροποιημένου
φυσικού αερίου.
Ο «κρυφός» κίνδυνος της
τεχνητής νοημοσύνης
Πέρα από τα πέντε βασικά
σενάρια, η Citi
εντοπίζει έναν κίνδυνο
που μέχρι σήμερα δεν
βρίσκεται στο επίκεντρο
των αγορών: την
πιθανότητα κυβερνήσεων
να απαγορεύσουν
συγκεκριμένα μοντέλα
τεχνητής νοημοσύνης,
επειδή θα θεωρηθούν
υπερβολικά επικίνδυνα.
Μια τέτοια εξέλιξη θα
μπορούσε να οδηγήσει σε
απότομη επιβράδυνση της
εκπαίδευσης νέων
μοντέλων και να
δημιουργήσει σημαντική
πλεονάζουσα δυναμικότητα
σε υποδομές, data
centers
και εξοπλισμό.
Η Citi
θεωρεί ότι ένας τέτοιος
κίνδυνος θα μπορούσε να
αποδειχθεί πιο σοβαρός
και συστημικός από τον
ανταγωνισμό της Κίνας ή
από ένα νέο τεχνολογικό
σοκ τύπου
DeepSeek.
Αντίθετα, η τράπεζα δεν
αναμένει επανάληψη της
έντονης αναταραχής που
προκάλεσαν οι
προηγούμενες εξελίξεις
γύρω από την
αποδοτικότητα των
μοντέλων τεχνητής
νοημοσύνης. Η αγορά,
σύμφωνα με τη
Citi,
έχει πλέον μετατοπίσει
το ενδιαφέρον της από τα
εντυπωσιακά τεχνολογικά
επιτεύγματα προς την
πραγματική επίδραση στα
κέρδη και στις ταμειακές
ροές των επιχειρήσεων.
Το επόμενο τεστ για τις
αγορές
Οι επενδυτές στρέφουν
πλέον την προσοχή τους
στις συνεδριάσεις της
Federal
Reserve
και της Τράπεζας της
Ιαπωνίας, αναζητώντας
ενδείξεις για την πορεία
των επιτοκίων και των
συναλλαγματικών
ισοτιμιών.
Η Citi
αναγνωρίζει ότι οι
κίνδυνοι αυξάνονται,
αλλά δεν θεωρεί ότι
έχουν ακόμη διαμορφωθεί
οι προϋποθέσεις για μια
γενικευμένη έξοδο από το
ρίσκο. Η βασική της θέση
παραμένει θετική, με την
προϋπόθεση ότι οι
ενεργειακές διαταραχές
δεν θα παραταθούν, οι
αγορές ομολόγων δεν θα
εμφανίσουν ανεξέλεγκτη
άνοδο αποδόσεων και η
Fed
δεν θα υιοθετήσει σαφώς
πιο επιθετική στάση από
αυτή που ήδη
προεξοφλείται.
Το μήνυμα της
Citi
είναι ότι οι
αγορές αντιμετωπίζουν
πραγματικούς κινδύνους,
αλλά όχι όλους με τον
ίδιο βαθμό πιθανότητας.
Για την τράπεζα, η
διάκριση ανάμεσα σε ένα
δυσμενές σενάριο και σε
ένα πραγματικό συστημικό
σοκ θα είναι καθοριστική
για την πορεία των
επενδύσεων έως το τέλος
του έτους.
|