|
Από τις αρχές της
δεκαετίας του 2000, οι
διεθνείς αγορές έχουν
βρεθεί αντιμέτωπες με
μια σειρά από ισχυρά
σοκ: την παγκόσμια
χρηματοπιστωτική κρίση,
την Αραβική Άνοιξη, την
επανάσταση του
αμερικανικού
σχιστολιθικού
πετρελαίου, τις αλλαγές
στρατηγικής του ΟΠΕΚ,
την πανδημία
Covid-19,
τον πόλεμο
Ρωσίας-Ουκρανίας, την
κλιμάκωση των εμπορικών
εντάσεων μεταξύ ΗΠΑ και
Κίνας, τις μαζικές
αγορές χρυσού από
κεντρικές τράπεζες, τις
ακραίες καιρικές
συνθήκες που επηρεάζουν
τη γεωργική παραγωγή και
τις επαναλαμβανόμενες
κρίσεις στη Μέση
Ανατολή.
Η Citi
σημειώνει ότι τα
εμπορεύματα παραμένουν
ιδιαίτερα ευάλωτα σε
προβλήματα στις αλυσίδες
εφοδιασμού, καθώς η
παγκόσμια παραγωγή
βασίζεται σε
περιορισμένο αριθμό
γεωγραφικών περιοχών. Η
ενέργεια, τα κρίσιμα
μέταλλα, τα λιπάσματα
και τα αγροτικά προϊόντα
εξακολουθούν να
εξαρτώνται σε μεγάλο
βαθμό από συγκεκριμένους
παραγωγούς και εμπορικές
διαδρομές.
Η εξάρτηση της Ευρώπης
από το ρωσικό φυσικό
αέριο πριν από το 2022
αντικαταστάθηκε σε
μεγάλο βαθμό από την
αυξημένη ανάγκη για
αμερικανικό LNG,
ενώ η κυριαρχία της
Κίνας στα κρίσιμα ορυκτά
και η σημασία των
εξαγωγών σιτηρών από την
περιοχή της Μαύρης
Θάλασσας αποτελούν ακόμη
σημαντικές πηγές
ευπάθειας για την
παγκόσμια οικονομία.
Το σενάριο ΗΠΑ – Ιράν
και ο κίνδυνος
παρατεταμένης
ενεργειακής κρίσης
Η Citigroup
εξετάζει πλέον και το
ενδεχόμενο η σύγκρουση
μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν να
μετατραπεί από μια
προσωρινή αναταραχή σε
μια παρατεταμένη κρίση
που θα επηρεάσει την
παραγωγική δυναμικότητα
πετρελαίου στον Περσικό
Κόλπο.
Η αμερικανική τράπεζα
χαρακτηρίζει το
συγκεκριμένο σενάριο
χαμηλής πιθανότητας,
ωστόσο προειδοποιεί ότι
οι συνέπειές του θα ήταν
εξαιρετικά σημαντικές
για τις αγορές ενέργειας
και συνολικά για την
παγκόσμια οικονομία.
Μια πιθανή κλιμάκωση θα
μπορούσε να οδηγήσει σε
επιθέσεις κατά
ενεργειακών υποδομών του
Ιράν, αλλά και σε
αντίποινα που θα
στόχευαν εγκαταστάσεις
παραγωγής πετρελαίου σε
άλλες χώρες του Κόλπου.
Σε μια τέτοια περίπτωση,
η απώλεια παραγωγής θα
μπορούσε να διαρκέσει
για μήνες ή ακόμη και
περισσότερο, ενώ η
διακοπή των ροών μέσω
των Στενών του Ορμούζ θα
επιβάρυνε περαιτέρω την
αγορά.
Παράλληλα, η Citi
επισημαίνει ότι εάν τα
Στενά του Ορμούζ
παρέμεναν κλειστά για
μεγάλο χρονικό διάστημα,
ακόμη και έως το πρώτο
εξάμηνο του 2027, οι
επιπτώσεις στην
παγκόσμια προσφορά
πετρελαίου και φυσικού
αερίου θα ήταν
αντίστοιχες μιας μεγάλης
ενεργειακής κρίσης.
Η σύγκρουση ΗΠΑ και Ιράν
έχει ήδη προκαλέσει
έντονες διακυμάνσεις
στις τιμές όχι μόνο του
αργού πετρελαίου, αλλά
και των πετρελαϊκών
προϊόντων, του φυσικού
αερίου, των μετάλλων και
των λιπασμάτων, καθώς οι
αγορές αποτιμούν τον
κίνδυνο διαταραχών στις
εξαγωγές μέσω των
κρίσιμων θαλάσσιων
διαδρομών.
Από την αρχική
στρατιωτική κλιμάκωση
του 2025 μέχρι την
εύθραυστη εκεχειρία του
2026 και την επαναφορά
των εντάσεων, οι τιμές
ενέργειας έχουν κινηθεί
σε διαδοχικούς κύκλους
ανόδου και
αποκλιμάκωσης, ανάλογα
με τις προσδοκίες για
την εξέλιξη της κρίσης.
Μέχρι σήμερα, ωστόσο,
δεν έχουν καταγραφεί
μεγάλες καταστροφές στις
ενεργειακές υποδομές
παραγωγής. Αυτό σημαίνει
ότι μια αποκλιμάκωση της
σύγκρουσης θα μπορούσε
να επιτρέψει την
επαναφορά της προσφοράς,
την αναπλήρωση των
αποθεμάτων και τη
σταδιακή ομαλοποίηση των
αγορών.
Το ακραίο σενάριο:
Πετρέλαιο πάνω από 150 ή
ακόμη και 200 δολάρια
Στο βασικό της σενάριο,
η Citi
θεωρεί ότι ΗΠΑ και Ιράν
δεν επιθυμούν να
περάσουν το σημείο χωρίς
επιστροφή μιας
μακροχρόνιας καταστροφής
ενεργειακών υποδομών.
Ωστόσο, προειδοποιεί ότι
το μεγαλύτερο ρίσκο θα
εμφανιστεί εάν αυτή η
«κόκκινη γραμμή»
ξεπεραστεί.
Σε μια τέτοια εξέλιξη, η
παγκόσμια αγορά
πετρελαίου θα μπορούσε
να αντιμετωπίσει
παρατεταμένη απώλεια
προσφοράς, η οποία δεν
θα μπορούσε να καλυφθεί
εύκολα από άλλους
παραγωγούς.
Η Citi
εκτιμά ότι μια μόνιμη
απώλεια 5 έως 10 εκατ.
βαρελιών ημερησίως,
δηλαδή περίπου 5%-10%
της παγκόσμιας αγοράς
πετρελαίου, θα απαιτούσε
τεράστια προσαρμογή της
ζήτησης, αντίστοιχη με
εκείνη που σημειώθηκε
κατά την περίοδο των
lockdown
λόγω Covid-19.
Για να επιτευχθεί αυτή η
μείωση κατανάλωσης, οι
τιμές ενέργειας θα
μπορούσαν να αυξηθούν
κατά 100%-200% και να
παραμείνουν σε αυτά τα
επίπεδα. Σε ένα ακραίο
σενάριο, το αργό
πετρέλαιο θα μπορούσε να
ξεπεράσει τα 150 δολάρια
το βαρέλι, τα διυλισμένα
προϊόντα να κινηθούν
πάνω από τα 200 δολάρια,
ενώ η τιμή της βενζίνης
στις ΗΠΑ θα μπορούσε να
φτάσει τα 6 δολάρια ανά
γαλόνι.
Η Citigroup
συγκρίνει το ενδεχόμενο
με το δεύτερο πετρελαϊκό
σοκ της δεκαετίας του
1970, όταν η μείωση των
αποθεμάτων και οι
περιορισμοί στην
προσφορά προκάλεσαν
εκρηκτική άνοδο στις
τιμές.
Σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις της τράπεζας,
εάν οι απώλειες
προσφοράς έφταναν τα 7-8
εκατ. βαρέλια ημερησίως
και η άντληση αποθεμάτων
συνεχιζόταν με υψηλό
ρυθμό, τα αποθέματα
πετρελαίου εκτός Κίνας
θα μπορούσαν να
υποχωρήσουν κάτω από τις
70 ημέρες κάλυψης
κατανάλωσης, επίπεδο που
έχει να εμφανιστεί από
την ενεργειακή κρίση στα
τέλη της δεκαετίας του
1970 και στις αρχές της
δεκαετίας του 1980.
Σε μια τέτοια περίπτωση,
η Citi
εκτιμά ότι οι συνολικές
τιμές πετρελαίου θα
μπορούσαν να κινηθούν
ακόμη και πάνω από τα
200 δολάρια το βαρέλι.
Διαφορές σε σχέση με τη
δεκαετία του 1970
Παρά τις ομοιότητες με
προηγούμενες πετρελαϊκές
κρίσεις, η Citi
υπογραμμίζει ότι
υπάρχουν σημαντικές
διαφορές. Σήμερα
υπάρχουν στρατηγικά
αποθέματα που μπορούν να
χρησιμοποιηθούν για την
αντιμετώπιση μιας
προσωρινής διαταραχής,
ενώ η ενεργειακή ένταση
της παγκόσμιας
οικονομίας είναι
χαμηλότερη σε σχέση με
τη δεκαετία του 1970.
Ωστόσο, η τράπεζα
επισημαίνει ότι τα
αποθέματα διυλισμένων
προϊόντων βρίσκονται ήδη
σε χαμηλά επίπεδα,
γεγονός που θα μπορούσε
να οδηγήσει σε
μεγαλύτερες πιέσεις στις
τιμές καυσίμων σε σχέση
με το κόστος του αργού
πετρελαίου.
Παράλληλα, μέτρα
περιορισμού της
κατανάλωσης, πολιτικές
εξοικονόμησης ενέργειας
και η επιτάχυνση της
ενεργειακής μετάβασης θα
μπορούσαν να περιορίσουν
τη ζήτηση σε βάθος
χρόνου. Ωστόσο, η
Citi
προειδοποιεί ότι οι
βραχυπρόθεσμες
επιπτώσεις μιας μεγάλης
ενεργειακής κρίσης θα
ήταν ιδιαίτερα αρνητικές
για την παγκόσμια
οικονομία.
Το βασικό μήνυμα της
Citigroup
είναι ότι οι αγορές
εμπορευμάτων έχουν
εισέλθει σε μια νέα
εποχή, όπου τα ακραία
σενάρια δεν μπορούν
πλέον να αγνοούνται. Οι
γεωπολιτικές
συγκρούσεις, οι
διαταραχές στις αλυσίδες
εφοδιασμού και η
ενεργειακή ασφάλεια
αποτελούν πλέον βασικούς
παράγοντες που μπορούν
να καθορίσουν την πορεία
του πληθωρισμού, των
επιτοκίων και της
παγκόσμιας ανάπτυξης.
|