|
Η τράπεζα σημειώνει ότι
η αγορά γυρίζει γρήγορα
σε καθεστώς «θεμελιωδών
μεγεθών», με τις ροές
πλοίων να εξομαλύνονται,
τη ζήτηση από βασικούς
αγοραστές —ιδίως την
Κίνα— να εμφανίζεται
υποτονική και τα
αποθέματα να μην έχουν
μειωθεί όσο αναμενόταν.
Το αποτέλεσμα ήταν μια
έντονη διόρθωση στις
τιμές, με το μπρεντ να
καταγράφει πτώση περίπου
30% στο δεύτερο τρίμηνο,
επιστρέφοντας στα
προπολεμικά επίπεδα.
Οι αναλυτές της
Citigroup
προειδοποιούν ότι η
μετάβαση στην
«κανονικότητα» δεν θα
είναι ομαλή. Η
προσαρμογή των
ασφαλίστρων κινδύνου, η
επαναχάραξη των
ναυτιλιακών διαδρομών
και η αποκατάσταση των
σημείων συμφόρησης στην
εφοδιαστική αλυσίδα
αναμένεται να
δημιουργήσουν προσωρινή
μεταβλητότητα. Ωστόσο,
εκτιμούν ότι η συνολική
εικόνα οδηγεί προς
αυξημένη προσφορά και
όχι έλλειμμα.
Στο ίδιο μήκος κύματος
κινούνται και άλλοι
μεγάλοι οίκοι. Η
Goldman
Sachs
εκτιμά ότι η παγκόσμια
αγορά πετρελαίου θα
περάσει εκ νέου σε
συνθήκες υπερπροσφοράς,
καθώς η γεωπολιτική
ένταση υποχωρεί, ενώ η
Morgan
Stanley
έχει ήδη προχωρήσει σε
δύο διαδοχικές μειώσεις
των προβλέψεών της για
τις τιμές, επικαλούμενη
ακριβώς αυτόν τον
κίνδυνο.
Σήμερα το μπρεντ
διαπραγματεύεται λίγο
πάνω από τα 72 δολάρια
το βαρέλι, ενώ είχε
υποχωρήσει τελευταία
φορά κάτω από τα 60
δολάρια τον Ιανουάριο. Η
Citigroup
θεωρεί πιθανό ένα εύρος
60–65 δολαρίων έως το
τέλος του έτους και
διατηρεί σύσταση
τοποθέτησης υπέρ των
πωλήσεων σε ενδεχόμενα
ανοδικά ράλι.
Παράλληλα, οι αναλυτές
της τράπεζας εκτιμούν
ότι η συμφωνία
αποκλιμάκωσης μεταξύ
Ουάσιγκτον και Τεχεράνης
έχει πιθανότητες να
παγιωθεί και να
εξελιχθεί σε πιο μόνιμη
συμφωνία, καθώς —όπως
σημειώνουν— τα κίνητρα
σταθερότητας για όλες
τις πλευρές υπερτερούν
των κινδύνων νέας
έντασης.
|