|
Ωστόσο, η αναμενόμενη
ενίσχυση των καθαρών
εσόδων από τόκους δεν
επαρκεί για να
αντισταθμίσει πλήρως την
υποχώρηση των εσόδων από
προμήθειες και
συναλλαγές. Ως εκ
τούτου, η Citi
μειώνει κατά 0,4% την
πρόβλεψή της για τα
κέρδη ανά μετοχή (EPS)
της Εθνικής Τράπεζας για
το 2026, χωρίς να
μεταβάλλει τις
εκτιμήσεις της για τα
επόμενα χρόνια.
Πώς προκύπτει η
τιμή-στόχος των 20 ευρώ
Για την αποτίμηση της
μετοχής, η Citi
εφαρμόζει τη μέθοδο
Warranted
Equity
Valuation
(WEV),
προσαρμόζοντας το
αποτέλεσμα ώστε να
λαμβάνονται υπόψη τα
πλεονάζοντα κεφάλαια της
τράπεζας.
Το μοντέλο βασίζεται σε
μακροπρόθεσμη
προσαρμοσμένη απόδοση
ενσώματων ιδίων
κεφαλαίων (RoTE)
17,7%, κόστος ιδίων
κεφαλαίων 10% και ρυθμό
ανάπτυξης 3%.
Στον υπολογισμό
ενσωματώνεται επίσης η
καθαρή παρούσα αξία των
διανομών κεφαλαίου που
υπερβαίνουν το επίπεδο
που αντιστοιχεί σε
δείκτη κεφαλαιακής
επάρκειας CET1
14% κατά το τελευταίο
έτος της περιόδου
προβλέψεων. Η συνεισφορά
αυτή υπολογίζεται σε
0,79 ευρώ ανά μετοχή.
Αντίθετα, η Citi
δεν περιλαμβάνει στην
αποτίμησή της την
προβλεπόμενη διανομή των
επόμενων 12 μηνών, η
οποία εκτιμάται σε 0,77
ευρώ ανά μετοχή.
Οι κίνδυνοι για τη
μετοχή
Παρά τη διατήρηση της
σύστασης αγοράς και της
τιμής-στόχου, η
Citi
επισημαίνει μια σειρά
παραγόντων που θα
μπορούσαν να επηρεάσουν
την πορεία της μετοχής
και την επίτευξη των
εκτιμήσεών της.
Κεντρικό ρόλο
διαδραματίζει η εξέλιξη
των εσόδων, η οποία
εξαρτάται από την πορεία
των επιτοκιακών
περιθωρίων, τον ρυθμό
αύξησης των χορηγήσεων,
τα επίπεδα των επιτοκίων
και τη δυνατότητα
περαιτέρω ενίσχυσης των
προμηθειών.
Παράλληλα, αβεβαιότητα
δημιουργούν η επίτευξη
των στόχων περιορισμού
του κόστους, η επίδραση
του πληθωρισμού στις
λειτουργικές δαπάνες, οι
ανάγκες σχηματισμού
προβλέψεων για
πιστωτικούς κινδύνους
και τυχόν πρόσθετες
επιβαρύνσεις από νέες
κανονιστικές απαιτήσεις.
Η Citi
αναφέρεται επίσης στη
διαχείριση των
πλεοναζόντων κεφαλαίων.
Η αδυναμία αξιοποίησής
τους μέσω οργανικής
ανάπτυξης ή εξαγορών θα
μπορούσε να επηρεάσει
την αποτίμηση, όπως και
η έκβαση ενδεχόμενων
συναλλαγών συγχωνεύσεων
και εξαγορών, εφόσον
αυτές αποδειχθούν
καλύτερες ή χειρότερες
από τις προσδοκίες της
αγοράς.
|