|
Τα
18.000 ευρώ που έγιναν
φορολογική διαφορά
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική
είναι η απόφαση
851/2026 της ΔΕΔ
Θεσσαλονίκης,
με ημερομηνία 6 Μαρτίου
2026.
Στην υπόθεση υπήρχε
τραπεζική πίστωση ύψους
18.000 ευρώ,
η οποία πραγματοποιήθηκε
στις 12 Σεπτεμβρίου
2022. Ο φορολογούμενος
υποστήριξε ότι το ποσό
προερχόταν από
ρευστοποίηση
κρυπτονομισμάτων και
αποτελούσε ουσιαστικά
επιστροφή δικού του
κεφαλαίου και όχι
εισόδημα.
Το πρόβλημα ήταν ότι δεν
κατέστη δυνατό να
αποδειχθεί επαρκώς η
σύνδεση της
συγκεκριμένης τραπεζικής
πίστωσης με την
επικαλούμενη συναλλαγή
κρυπτονομισμάτων.
Η ΔΕΔ έκρινε ότι το ποσό
μπορούσε να
αντιμετωπιστεί ως
προσαύξηση
περιουσίας από άγνωστη
πηγή και αιτία,
με αποτέλεσμα να υπαχθεί
στις σχετικές διατάξεις
του Κώδικα Φορολογίας
Εισοδήματος και να
φορολογηθεί με
33%.
Η αριθμητική είναι
ενδεικτική του κινδύνου.
|
Ποσό
|
Επιβάρυνση
|
|
Τραπεζική
πίστωση
|
18.000 ευρώ
|
|
Φόρος 33%
|
5.940 ευρώ
|
|
Πρόστιμο 50% επί
του φόρου
|
2.970 ευρώ
|
|
Σύνολο φόρου και
προστίμου
|
8.910
ευρώ
|
|
Συνολική
επιβάρυνση επί
των 18.000 ευρώ
|
49,5%
|
Το ποσό των 8.910 ευρώ
αποτελεί υπολογισμό της
συγκεκριμένης
επιβάρυνσης πάνω στα
18.000 ευρώ και
δεν αποτελεί τη συνολική
τελική οφειλή της
συγκεκριμένης υπόθεσης,
καθώς ο φορολογικός
έλεγχος περιελάμβανε και
άλλα ευρήματα και
αναμορφώσεις.
Η υπόθεση των 799.515
ευρώ
Ακόμη μεγαλύτερο
ενδιαφέρον παρουσιάζει η
απόφαση
1170/15.5.2026
της ΔΕΔ Θεσσαλονίκης, η
οποία αφορούσε
φορολογικό έλεγχο για τα
έτη 2019-2023.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν
τραπεζικοί λογαριασμοί
και κινήσεις μέσω του
ηλεκτρονικού πορτοφολιού
Skrill.
Ο φορολογούμενος
υποστήριξε, μεταξύ
άλλων, ότι
κρυπτονομίσματα
χρησιμοποιούνταν ως
ενδιάμεσο μέσο για τη
χρηματοδότηση
στοιχηματικής
δραστηριότητας και ότι
από τη ρευστοποίησή τους
δεν προέκυψε κέρδος ή
άλλη φορολογητέα
υπεραξία.
Η ΔΕΔ δεν αποδέχθηκε τον
ισχυρισμό, καθώς δεν
προσκομίστηκαν τα
απαραίτητα στοιχεία που
θα επέτρεπαν την πλήρη
ανασύσταση των
συναλλαγών.
Οι πιστώσεις μέσω
Skrill
που εξετάστηκαν
ανέρχονταν σε:
13.474,08 ευρώ το 2019
184.417 ευρώ το 2020
172.251,56 ευρώ το 2021
227.389,34 ευρώ το 2022
201.984 ευρώ το 2023
Συνολικά, οι
συγκεκριμένες πιστώσεις
ανέρχονται σε
799.515,98 ευρώ.
Ωστόσο, χρειάζεται
ιδιαίτερη προσοχή: το
ποσό αυτό δεν
μπορεί να θεωρηθεί στο
σύνολό του ως
ρευστοποιήσεις
κρυπτονομισμάτων.
Η υπόθεση συνδέεται και
με στοιχηματική
δραστηριότητα και από
την απόφαση δεν
προκύπτει ότι ολόκληρο
το ποσό των 799.515,98
ευρώ αντιστοιχεί σε
ρευστοποίηση
crypto.
Το κρίσιμο ζήτημα ήταν
και εδώ η
αποδεικτική τεκμηρίωση
της προέλευσης των
χρημάτων.
Δεν φορολογείται κάθε
crypto
με 33%
Οι δύο αποφάσεις δεν
σημαίνουν ότι κάθε
πώληση ή ρευστοποίηση
κρυπτονομισμάτων οδηγεί
αυτομάτως σε φορολόγηση
με 33%.
Το μήνυμα είναι
διαφορετικό και αφορά
κυρίως την
απόδειξη της προέλευσης
των χρημάτων.
Όταν ο φορολογούμενος
υποστηρίζει ότι μια
μεγάλη τραπεζική πίστωση
προέρχεται από δικό του
επενδεδυμένο κεφάλαιο,
πρέπει να είναι σε θέση
να παρουσιάσει στοιχεία
που να επιτρέπουν στον
έλεγχο να παρακολουθήσει
τη διαδρομή των
χρημάτων.
Στην πράξη, αυτό
σημαίνει ότι πρέπει να
υπάρχει μια όσο το
δυνατόν πιο καθαρή
αλυσίδα:
αρχικό κεφάλαιο → αγορά
crypto
→ κατοχή/μεταφορά →
πώληση ή μετατροπή →
ανάληψη/μεταφορά →
τραπεζική πίστωση.
Κινήσεις λογαριασμών,
ιστορικά συναλλαγών από
τις πλατφόρμες,
αποδείξεις αγοράς και
πώλησης, στοιχεία
μεταφοράς ψηφιακών
περιουσιακών στοιχείων
και τραπεζικά
παραστατικά μπορούν να
αποτελέσουν κρίσιμα
στοιχεία για την
τεκμηρίωση.
Η απλή επίκληση ότι «τα
χρήματα προέρχονται από
crypto»
δεν είναι απαραίτητα
αρκετή όταν δεν μπορεί
να ταυτοποιηθεί η
συγκεκριμένη πίστωση με
συγκεκριμένη συναλλαγή.
Πώς φτάνει η επιβάρυνση
στο 49,5%
Το φορολογικό βάρος
γίνεται ιδιαίτερα υψηλό
όταν το ποσό
χαρακτηριστεί ως
προσαύξηση περιουσίας
άγνωστης ή
αδικαιολόγητης πηγής.
Η παράγραφος 4 του
άρθρου 21 του ν.
4172/2013 προβλέπει την
αντιμετώπιση της
συγκεκριμένης
προσαύξησης ως κέρδους
από επιχειρηματική
δραστηριότητα, υπό τις
προϋποθέσεις που
προβλέπει η φορολογική
νομοθεσία.
Παράλληλα, η παράγραφος
4 του άρθρου 29 του
ίδιου νόμου προβλέπει
αυτοτελή
φορολόγηση με συντελεστή
33%.
Εφόσον προκύψει και
ανακριβής δήλωση και
επιβληθεί το
προβλεπόμενο πρόστιμο
ίσο με 50% της
διαφοράς φόρου,
τότε η αριθμητική
επιβάρυνση μπορεί να
φθάσει το 49,5%
του ποσού που τελικά θα
θεωρηθεί φορολογητέα
προσαύξηση.
Δηλαδή, για κάθε 100.000
ευρώ που ο έλεγχος
θεωρήσει ότι αποτελούν
αδικαιολόγητη
προσαύξηση, ο φόρος
αντιστοιχεί σε 33.000
ευρώ και, εφόσον
επιβληθεί το
συγκεκριμένο πρόστιμο,
προστίθενται ακόμη
16.500 ευρώ.
Το συνολικό ποσό φθάνει
έτσι τα 49.500
ευρώ.
Το κρίσιμο σημείο είναι
η τεκμηρίωση
Οι δύο αποφάσεις της ΔΕΔ
δείχνουν ότι για έναν
φορολογούμενο που
δραστηριοποιείται στα
κρυπτονομίσματα το
ζήτημα δεν τελειώνει τη
στιγμή που μεταφέρει τα
χρήματα από μια
πλατφόρμα στην τράπεζα.
Αντίθετα, εκεί μπορεί να
αρχίζει ένα διαφορετικό
φορολογικό ζήτημα:
να αποδειχθεί
από πού ακριβώς προήλθε
η πίστωση.
Όσο μεγαλύτερα είναι τα
ποσά και όσο
περισσότερες είναι οι
μεταφορές μεταξύ
διαφορετικών πλατφορμών,
ψηφιακών πορτοφολιών και
τραπεζικών λογαριασμών,
τόσο μεγαλύτερη σημασία
αποκτά η ύπαρξη ενός
πλήρους και ελέγξιμου
ιστορικού συναλλαγών.
Το βασικό συμπέρασμα από
τις δύο αποφάσεις δεν
είναι ότι η φορολογική
διοίκηση αντιμετωπίζει
κάθε ρευστοποίηση
crypto
ως εισόδημα με
συντελεστή 33%.
Είναι ότι η
αδυναμία απόδειξης της
προέλευσης μιας μεγάλης
τραπεζικής πίστωσης
μπορεί να μετατρέψει μια
συναλλαγή που ο
φορολογούμενος θεωρεί
επιστροφή του δικού του
κεφαλαίου σε φορολογική
διαφορά με ιδιαίτερα
υψηλό κόστος.
Και αυτό καθιστά την
τεκμηρίωση της διαδρομής
των χρημάτων εξίσου
σημαντική με την ίδια τη
συναλλαγή.
|