|
Η DBRS
υπογραμμίζει ότι η
άνοδος των εσόδων δεν
βασίστηκε αποκλειστικά
στα καθαρά έσοδα από
τόκους, αλλά και στη
σημαντική ενίσχυση των
προμηθειών, γεγονός που
βελτιώνει τη
διαφοροποίηση των
επιχειρηματικών μοντέλων
των τραπεζών.
Ισχυρή αύξηση εσόδων και
νέων χρηματοδοτήσεων
Τα συνολικά έσοδα των
ελληνικών τραπεζών
αυξήθηκαν κατά 5% σε
ετήσια βάση στο πρώτο
εξάμηνο, ενώ τα βασικά
έσοδα – από τόκους και
προμήθειες – ενισχύθηκαν
κατά 8%.
Τα καθαρά έσοδα από
τόκους (NII)
αυξήθηκαν κατά 5%, καθώς
η αύξηση των δανείων, η
ενίσχυση των εσόδων από
ομόλογα και οι μεταβολές
στα επιτόκια
αντιστάθμισαν τις
πιέσεις από τη σταδιακή
αποκλιμάκωση των
περιθωρίων.
Παράλληλα, τα έσοδα από
προμήθειες σημείωσαν
άλμα 20% σε ετήσια βάση,
χάρη στην ανάπτυξη
δραστηριοτήτων όπως η
διαχείριση κεφαλαίων, οι
τραπεζικές συναλλαγές,
οι ασφαλιστικές εργασίες
και οι υπηρεσίες
κεφαλαιαγορών.
Σύμφωνα με την
DBRS,
οι προμήθειες πλέον
αντιστοιχούν περίπου στο
23% των συνολικών εσόδων
των τραπεζών, έναντι 20%
έναν χρόνο πριν, γεγονός
που μειώνει σταδιακά την
εξάρτηση από τα
επιτοκιακά έσοδα.
Ιδιαίτερα θετική είναι η
εικόνα στις χορηγήσεις.
Οι ελληνικές τράπεζες
εξακολουθούν να
εμφανίζουν από τους
υψηλότερους ρυθμούς
πιστωτικής επέκτασης
στην Ευρώπη, κυρίως λόγω
της αυξημένης ζήτησης
από επιχειρήσεις για
επενδύσεις, έργα που
χρηματοδοτούνται από
ευρωπαϊκά κονδύλια και
τη βελτίωση του εγχώριου
οικονομικού
περιβάλλοντος.
Τα επιχειρηματικά δάνεια
αυξήθηκαν περίπου 11% σε
ετήσια βάση τον Ιούνιο
του 2026, έναντι μόλις
4% στον μέσο όρο της
Ευρωζώνης. Παράλληλα, τα
δάνεια προς νοικοκυριά
ανέκαμψαν με ρυθμό
περίπου 2,8% σε ετήσια
βάση.
Βελτίωση ποιότητας
ενεργητικού – Μειώνονται
οι κίνδυνοι
Η ποιότητα του
ενεργητικού των
ελληνικών τραπεζών
παρέμεινε σταθερή, με τη
συνεχιζόμενη μείωση των
προβληματικών δανείων
και τη χαμηλή δημιουργία
νέων μη εξυπηρετούμενων
ανοιγμάτων.
Ο μέσος δείκτης μη
εξυπηρετούμενων
ανοιγμάτων (NPEs)
παρέμεινε στο 2,6% στο
τέλος Ιουνίου 2026, ενώ
ο καθαρός δείκτης
NPEs
διαμορφώθηκε στο 0,6%.
Η DBRS
σημειώνει ότι η μεγάλη
εξυγίανση των
ισολογισμών των
τελευταίων ετών έχει
μειώσει σημαντικά τους
πιστωτικούς κινδύνους.
Ωστόσο, επισημαίνει ότι
οι τράπεζες συνεχίζουν
να διατηρούν συντηρητική
στάση λόγω των
γεωπολιτικών
αβεβαιοτήτων, των
πιθανών επιπτώσεων από
την άνοδο των τιμών
ενέργειας και ειδικών
κινδύνων όπως τα
στεγαστικά δάνεια σε
ελβετικό φράγκο.
Το κόστος πιστωτικού
κινδύνου συνέχισε να
μειώνεται, με τις
προβλέψεις για ζημιές
από δάνεια να υποχωρούν
κατά 24% σε ετήσια βάση.
Το μέσο κόστος κινδύνου
(Cost
of
Risk)
διαμορφώθηκε περίπου
στις 44 μονάδες βάσης.
Ισχυρή κεφαλαιακή βάση
παρά τις διανομές
Παρά την αυξημένη
πιστωτική ανάπτυξη, τις
εξαγορές και τις
μεγαλύτερες επιστροφές
κεφαλαίου στους
μετόχους, οι ελληνικές
τράπεζες διατηρούν
ισχυρή κεφαλαιακή θέση.
Ο μέσος δείκτης
CET1
διαμορφώθηκε στο 14,9%
στο τέλος Ιουνίου 2026,
από 15,5% στο τέλος του
2025, ενώ ο συνολικός
δείκτης κεφαλαιακής
επάρκειας ανήλθε στο
19,7%.
Η DBRS
επισημαίνει ότι οι
δείκτες παραμένουν
σημαντικά υψηλότερα από
τις εποπτικές
απαιτήσεις, με το μέσο
κεφαλαιακό «μαξιλάρι»
CET1
να ανέρχεται περίπου
στις 470 μονάδες βάσης
πάνω από τα ελάχιστα
όρια.
Παράλληλα, η ποιότητα
των κεφαλαίων
βελτιώνεται σταδιακά,
καθώς μειώνεται η
συμμετοχή των
αναβαλλόμενων
φορολογικών πιστώσεων (DTCs)
στα κεφάλαια CET1,
οι οποίες υποχώρησαν
περίπου στο 40% των
βασικών κεφαλαίων από
43% στο τέλος του 2025.
Θετικές προοπτικές, αλλά
με αυξημένους
εξωτερικούς κινδύνους
Η DBRS
εκτιμά ότι οι ελληνικές
τράπεζες έχουν πλέον
σημαντική δυνατότητα
απορρόφησης πιθανών
αρνητικών εξελίξεων,
χάρη στην ισχυρή
κερδοφορία, τα υψηλά
επίπεδα προβλέψεων και
την άνετη ρευστότητα.
Οι κίνδυνοι που
παραμένουν συνδέονται
κυρίως με το διεθνές
περιβάλλον: τις
γεωπολιτικές εντάσεις,
τις τιμές ενέργειας, την
πιθανή επιβράδυνση της
ανάπτυξης και την
επίδραση αυτών των
παραγόντων στην
πιστωτική ποιότητα.
Ωστόσο, ο οίκος θεωρεί
ότι η ισχυρή οργανική
δημιουργία κεφαλαίου, η
συνεχιζόμενη αύξηση των
δανείων και η διεύρυνση
των πηγών εσόδων
επιτρέπουν στις
ελληνικές τράπεζες να
συνεχίσουν την
αναπτυξιακή τους πορεία.
Η συνολική εικόνα που
προκύπτει είναι ότι ο
ελληνικός τραπεζικός
κλάδος έχει περάσει σε
μια νέα φάση: από την
περίοδο εξυγίανσης και
μείωσης των κόκκινων
δανείων, σε ένα μοντέλο
ανάπτυξης με υψηλότερη
κερδοφορία, μεγαλύτερη
διαφοροποίηση εσόδων και
αυξημένες δυνατότητες
διανομών προς τους
μετόχους.

|